Μία, εκατό, χιλιάδες καταλήψεις (μέρος 1β – Ιταλία)

Ακολουθεί το δεύτερο μέρος του κειμένου για τους ελεύθερους χώρους στην Ιταλία. Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

Το πρώτο κύμα

Τα κοινωνικά κέντρα γεννήθηκαν από την κρίση της αριστεράς το ’68 και έχουν αποκτήσει μια αξιοσημείωτη ικανότητα να επιβιώνουν σε περιόδους κρίσης, όταν η υπόλοιπη αριστερά καταρρέει. Το 1968 ήταν ο χρόνος των πανεπιστημιακών εξεγέρσεων ο οποίος ακολουθήθηκε από το “θερμό φθινόπωρο” του 1969 που ήταν χρόνος εργοστασιακών εξεγέρσεων. Οι εργάτες στους ιμάντες μεταφοράς και οι φοιτητές ήταν οι κοινωνικές ομάδες που αποτέλεσαν την ραχοκοκαλιά της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Από τα δύο αυτά χρόνια εξεγέρσεων προέκυψε μια σειρά αριστερών ομάδων: μαρξιστές – λενινιστές, μαοϊστές, οπεραιστές, αντιιμπεριαλιστές όλων των τάσεων. Όλες αυτές οι οργανώσεις λειτούργησαν ως μικρά κόμματα με οπαδούς με στρατιωτική πειθαρχία, που αναμασούσαν την κομματική κατήχηση με το βλέμμα τους καρφωμένο στις άγριες εργατικές απεργίες στα μεγάλα εργοστάσια. Οι παρεμβάσεις στα εργοστάσια και ο “πόλεμος των εργοστασίων” – “το κόμμα των εργοστασίων”, το οποίο στόχευε σε δράσεις από τη βάση από τους ίδιους τους εργάτες – απέκτησαν προτεραιότητα. Και αυτό δούλεψε: οι μισθοί ανέβηκαν, η παραγωγή στα εργοστάσια έπεσε κατακόρυφα, τα αφεντικά έχασαν τον έλεγχο. Οι εργοδότες χρειάστηκαν μερικά χρόνια για να οργανώσουν την αντεπίθεσή τους, κι αυτό έγινε με μαζικές απολύσεις, αύξηση της αποδοτικότητας, αναδιαρθρώσεις και κλεισίματα εργοστασίων.

Η ανάπτυξη έγινε αρχικά στο Μιλάνο. Η ανεργία αυξήθηκε, οι εργαζόμενοι που δούλευαν σε μικρά εργοστάσια και η μαύρη εργασία αυξήθηκαν. Το 1975 η κρίση του “κόμματος του εργοστασίου” είναι γεγονός, και τα κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς διαλύθηκαν το ένα μετά το άλλο. Οι παλιοί αγωνιστές οδηγήθηκαν σε ένα νέο κίνημα, την Autonomia Operaia, βασισμένη στην νέα σύνθεση των τάξεων. Οι νέοι αγώνες άνθισαν έξω από τα εργοστάσια, στα προάστια του Μιλάνου. Η απουσία σταθερού μισθού οδήγησε στη μη πληρωμή ενοικίου, στην άρνηση πληρωμής ολόκληρου εισιτηρίου για τον κινηματογράφο και για τα μέσα μαζικής μεταφοράς, πράγματα που βοηθούν ώστε να θεωρείται επαρκές το εισόδημα των εργαζομένων. Γιατί να μην πληρώνουμε μόνο το μισό εισιτήριο; Ή το μισό λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος. Γιατί να τα πληρώνουμε όλα – Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω! Σπίτια καταλήφθηκαν και οι οργανώσεις ενάντια στις εξώσεις τα υπερασπίστηκαν. Όλοι αυτοοργανώθηκαν σε συνοικιακές οργανώσεις. Στα προάστια δημιουργήθηκε μια γενιά η οποία ούτε ούτε είχε πάει πανεπιστήμιο ούτε είχε δουλέψει στα μεγάλα εργοστάσια. Συναντήθηκαν στα μεγάλα progressive φεστιβάλ, εμπνευσμένοι από την beat κουλτούρα και τους καταστασιακούς. Αλλά η διαφορά με το αμερικανικό κίνημα των χίπις ήταν ότι αυτοί ήταν παιδιά της εργατικής τάξης και η συνάντησή τους με τους αριστερούς αγωνιστές τους πολιτικοποίησε. Με επίγνωση του ταξικού παρελθόντος τους, έχτισαν στα 70s προλεταριακές ομάδες νέων (circoli del proletariato giovanile) σε κάθε προάστιο.

Τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια στις εργατικές περιοχές καταλήφθηκαν ξανά από τις συνοικιακές επιτροπές και τις προλεταριακές ομάδες νέων όταν ξέσπασε με ένα κύμα καταλήψεων το 1975-76. Οι καταλήψεις αυτές ονομάστηκαν κοινωνικά κέντρα. Αυτά τα δύο χρόνια γύρω στα 20 κοινωνικά κέντρα δημιουργήθηκαν στα προάστια του Μιλάνο. Μέσα από αυτό το κύμα άρχισε τη λειτουργία του και το Leoncavallo, ένα κέντρο με βαθύτατη επιρροή στο κομμάτι των παραδοσιακών εργοστασιακών εργατών. Το πιο “ορθόδοξο” (σ.σ. δε συμβιβάζεται εύκολα, είναι της “παλιάς σχολής”). Οι εργοδότες, οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Κομμουνιστές είχαν ιδρύσει ήδη πολιτιστικά κέντρα και Σπίτια του Λαού, στοχεύοντας στο να γεμίσουν τον ελεύθερο χρόνο των εργαζομένων. Αλλά τα κοινωνικά κέντρα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό, ήταν αυτοοργανωμένα και αντιιεραρχικά δομημένα. Εδώ μπορούσαν συνελεύσεις γειτονιάς, θεατρικές ομάδες, συλλογικοί παιδικοί σταθμοί, κέντρα απεξάρτησης και εναλλακτικές αγορές να βρούνε χώρο, και να οργανωθούν άμεσα από τους ανθρώπους της γειτονιάς. Τα ανοιχτά κοινωνικά κέντρα είχαν ακόμα μεγαλύτερη απήχηση από τις ομάδες των νέων και τις συνοικιακές επιτροπές.

Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 70 η Ιταλία έζησε μια περίοδο τρομερής πόλωσης. Τα δυο μεγαλύτερα κόμματα, οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Κομμουνιστές, έκαναν κυβέρνηση συνεργασίας για χάρη της σταθερότητας στη χώρα. Η συναινετική πολιτική ανέδειξε ως μόνη αντιπολίτευση την Autonomia Operaia, η οποία σύντομα έγινε η κυρίαρχη δύναμη στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Κομμάτια του κινήματος κλιμάκωναν τις σύγκρουση με το κράτος. Η μεγάλη καταπίεση που δέχτηκαν δεν άργησε να επιφέρει τη ριζοσπαστικοποίηση και από τις μαζικές κινητοποιήσεις επέλεξαν το δρόμο του ένοπλου αγώνα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 πολλοί αυτόνομοι ακτιβιστές φυλακίστηκαν και οι περισσότεροι από τα “στελέχη” του κινήματος μετακόμισαν στην Γαλλία. Το κίνημα ήταν πια νεκρό και τα μόνα που επέζησαν ήταν τα κοινωνικά κέντρα.


Η έξοδος από την απομόνωση

Ξανασυναντώ τον Luca Casarini. Κάθεται στο Radio Sherwood και πίνει τον καφέ του στο διάλειμμα μεταξύ δύο συναντήσεων. Έχουν περάσει έξι χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση. Πλέον τον ξέρω καλύτερα και μπορώ να του θέσω κάποιες πιο κριτικές ερωτήσεις. Ποιά είναι η δράση του κέντρου πέρα από της εκστρατείες; Ποιά είναι η σχέση που έχει αυτός με αυτές;

– “Η δύναμη της Autonomia Operaia ήταν η στήριξη της γειτονιάς. Αλλά όταν η γενιά μου ήταν ενεργή στα μέσα της δεκαετίας του ’80, το κίνημα καταστράφηκε. Δεν γινόταν να οργανώσουμε συναντήσεις στα πανεπιστήμια ή στις πλατείες χωρίς να κάνει έφοδο η αστυνομία και να διακόψει ό,τι κάναμε”, εξηγεί.

Τη δεκαετία του ’80 επικρατούσε μηδενική ανοχή, ο ελεύθερος χώρος για μια ριζοσπαστική πολιτική ήταν ελάχιστος. Παρόλα αυτά τα κοινωνικά κέντρα διαδόθηκαν σε όλη την Ιταλία κυρίως με την βοήθεια των πανκς. Αλλά πλέον δεν υπάρχουν ανοιχτά κέντρα στις συνοικίες. “Οι τοίχοι των κοινωνικών κέντρων υψώθηκαν”, έγιναν προμαχώνες που λειτουργούσαν ως ελεύθεροι χώροι μέσα σε μια εχθρική νεοφιλελεύθερη κοινωνία. Ήταν το καταφύγιο όλων αυτών που δεν άντεχαν το σκληρό περιβάλλον που είχε διαμορφώσει η δεξιά.

– “Το 1986 ξέσπασε ένα κύμα διαμαρτυρίας στα γυμνάσια και λύκεια, πρώτα στην Γαλλία και έπειτα στην Ιταλία. Ήμασταν πέντε μαθητές – διαδηλωτές που αποφασίσαμε να καταλάβουμε μόνοι μας ένα κτήριο. Αυτή ήταν η “γέννηση” του κοινωνικού κέντρου Pedro”, λέει ο Luca.

Ταυτόχρονα καταλήφθηκε το Forte Prenestino στην Ρώμη. Όταν έπειτα ξέσπασε ένας νέος κύκλος αγώνα, αυτή τη φορά στα πανεπιστήμια, το 1990 το “Κίνημα του πάνθηρα”, γεννήθηκε από το κύμα των καταλήψεων σε όλη την Ιταλία. Αυτά τα λέγαμε κοινωνικά κέντρα δεύτερης γενιάς. Για πρώτη φορά μετά από 10 χρόνια υπήρχε ένα κίνημα ξανά στο δρόμο.

Ταυτόχρονα κατέρρευσε και το ιταλικό πολιτικό συναινετικό σύστημα. Σκάνδαλα διαφθοράς και σχέσεις με τη μαφία αποκαλύφθηκαν και ανάγκασαν τα δυο μεγάλα κόμματα, τους Χριστιανοδημοκράτες και το Κομμουνιστικό κόμμα, να καταρρεύσουν στην αρχή της δεκαετίας του ’90. Μέσα από την αναταραχή προέκυψαν αρκετά νέα πολιτικά κόμματα. Ο Μπερλουσκόνι έκανε την εμφάνισή του ως πολιτική δύναμη, οι νεοφασίστες του MSI έγιναν κοινωνικά αποδεκτοί και η αυτονομιστική Λίγκα του βορρά μεγάλωσε σαν χιονοστιβάδα. Αλλά αυτά τα γεγονότα ενεργοποίησαν και ένα αυτόνομο κίνημα το οποίο βγήκε από τα κοινωνικά κέντρα και κατέβηκε στο δρόμο.

– “Ακολούθησε μια συζήτηση μέσα στα κοινωνικά κέντρα σχετικά με το πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από την απομόνωση, πώς να αποφύγουμε να γίνουμε γκέτο. Όταν εμφανίστηκε το “Κίνημα του πάνθηρα” επιλέξαμε να πάμε σ’ αυτούς αντί να έρθουν αυτοί σε μας. Ανακαινίσαμε την κουζίνα του Pedro και τη βάλαμε μέσα στο κατειλημμένο ίδρυμα ψυχολογίας. Μέσα σε τρεις μήνες το πανεπιστήμιο ήταν κατειλημμένο και εμείς σερβίραμε φαγητό. Όταν οι φοιτητικές διαδηλώσεις σταμάτησαν το Pedro γέμισε με καινούργιους ακτιβιστές”, λέει ο Luca.

Στη συνέχεια ήρθαν νέες επιρροές.

– “Η εξέγερση των Ζαπατίστας που ξέσπασε στην Chiapas το 1994, έδωσε νέες ιδέες και μια εντελώς νέα γλώσσα επικοινωνίας που βοήθησαν στο να δουλέψουμε την εξωστρέφειά μας και την διείσδυσή μας στην κοινωνία”, λέει ο Luca.

Εμπνευσμένοι από τη συνεργασία των Ζαπατίστας με την τοπική κοινωνία, τα κοινωνικά κέντρα άρχισαν να συνδέονται στενότερα με τους κοινωνικούς αγώνες στις συνοικίες και στα τοπικά κοινωνικά κινήματα. Η πρόσβασή τους στις τοπικές συνελεύσεις, στα τοπικά κανάλια επικοινωνίας (ραδιόφωνο, ιστοσελίδες, δίκτυο επαφών) και στους κύκλους των ακτιβιστών αποτέλεσαν πολύτιμα εφόδια για τις τοπικές κοινωνίες. Τα κοινωνικά κέντρα, ανεξαρτήτου ιδεολογικών τάσεων, έγιναν ξανά ένας τόπος στον οποίο οι συνοικιακές επιτροπές μπορούσαν να συναντηθούν, οι νεοεισερχόμενοι μετανάστες να μάθουν ιταλικά, οι ντόπιοι έμποροι οικολογικών προϊόντων να βρούνε χώρο να πουλήσουν τα προϊόντα τους, τα παιδιά να παίξουν ποδόσφαιρο ή να πάνε στο γυμναστήριο και οι επιτροπές ειρήνης να πάρουν χρόνο προβολής στο τοπικό ραδιόφωνο.


Έφοδος και επαναπροσανατολισμός

Η “μαύρη” δεκαετία του ’80 είχε περάσει. Τα κοινωνικά κέντρα άρχισαν να παίρνουν θέση στην κοινωνία ξανά. Τα περισσότερα αυτοδιαχειριζόμενα κατειλημμένα κοινωνικά κέντρα της εποχής εμφανίστηκαν κατά την περίοδο ’90-’93. Το βάπτισμα του πυρός δόθηκε όταν ο δήμαρχος της Λίγκας του βορρά διακήρυξε τον πόλεμο στα κοινωνικά κέντρα. Ο δήμαρχος δήλωσε πως από δω και στο εξής οι καταλήψεις θα υπάρχουν μόνο ως φαντάσματα στην πόλη του. Οι εξώσεις έδωσαν αφορμή για μία από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις στην ιστορία του Μιλάνου. Οι ακτιβιστές έδωσαν βάση στα λεγόμενα του δημάρχου και φόρεσαν τις άσπρες στολές τους. Το κύμα της ακτιβιστικής δράσης – όχι πολύ διαφορετικό από ότι συνέβη έπειτα από την έξωση της κατάληψης Ugndomshuset στην Κοπεγχάγη – είχε ως αποτέλεσμα η κατάληψη Leoncavallo να πάρει γρήγορα ένα καινούριο μεγαλύτερο και καλύτερο κτήριο για να αποκατασταθεί η τάξη στην πόλη.

Αλλά η ερώτηση είναι πώς κατάφεραν τα κοινωνικά κέντρα να επιβιώσουν ενώ το κίνημα είχε διασπαστεί; Πώς ξεπερνιέται η περίοδος της ύφεσης ενώ όλα τα κέντρα απειλούνται με εξώσεις; Πρέπει τα κοινωνικά κέντρα να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για να νομιμοποιηθούν ή πρέπει να συνεχίσουν πεισματικά τη ζωή τους παίρνοντας όλα τα ρίσκα ως καταλήψεις; Οι περισσότερες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις έγιναν το 1998 σε μια συνέλευση στο νέο Leoncavallo, εκεί θεσπίστηκε μια στρατηγική απόφαση – συμφωνία. Η Carta di Milano περιγράφει πώς πρέπει να γίνει η προσπάθεια για διεύρυνση του πολιτικού χώρου των κοινωνικών κέντρων, μεταξύ άλλων και με το να έχουν δικούς τους υποψηφίους στις λίστες των κομμάτων. Μέσω αυτής της απόφασης εκπροσωπήθηκαν στα δημοτικά συμβούλια του Μιλάνο, της Ρώμης και της Βενετίας οι οποίοι αποτελούσαν μια “κοινοβουλευτική ασπίδα” για τα κέντρα.

– “Με την Carta di Milano έγινε μια προσπάθεια να ξεφύγουμε από την καταστρεπτική δυναμική με το τρίπτυχο “σύγκρουση – καταπίεση – αγώνας ενάντια στην καταπίεση” και να αρχίσουμε μια άλλου είδους ανάπτυξη. Έτσι οι κοινωνικές συγκρούσεις έγιναν πρότζεκτ τα οποία μπορούσαν να οδηγήσουμε σε ένα φαύλο κύκλο “σύγκρουσης – πρότζεκτ – ανάπτυξης των δικαιωμάτων” ”, λέει ο Luca Casarini.

Ένα νέο βήμα για τα κοινωνικά κέντρα που προέκυψε από την Carta di Milano ήταν το να δουλεύουμε όχι μόνο τοπικά στη συνοικία αλλά και να οργανώνουμε εθνικές εκστρατείες καθώς και να αναμιχθούμε στην κεντρική πολιτική σκηνή. Ένα από τα αποτελέσματα της συνέλευσης του Μιλάνο ήταν μια συλλογική εκστρατεία σχετικά με τους επισφαλείς εργαζόμενους – καθώς οι περισσότεροι επισκέπτες των κέντρων δεν είχαν μόνιμη δουλειά. Το κοινό σύμβολο του αγώνα ήταν οι άσπρες στολές, οι οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί πιο πριν από την ομάδα περιφρούρησης του Leoncavallo. Τα κέντρα που είχαν συμφωνήσει την Carta di Milano άρχισαν να πειραματίζονται με νέους τρόπους σύγκρουσης και με το πως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ευρύτερη συναίνεση γύρω από ριζοσπαστικές πρακτικές. Αυτό οδήγησε σε κοινωνικούς πειραματισμούς με αντιπαραθέσεις χωρίς βία αλλά με πολιτική ανυπακοή. Οι άσπρες στολές κινήθηκαν στα όρια μεταξύ άμεσης δράσης και συμβολικών διαμαρτυριών. Οι μαζικές δράσεις ήταν συχνά εντυπωσιακές: εισβολές και σαμποτάζ σε νεόκτιστα κέντρα κράτησης προσφύγων ή σπασίματα των κόκκινων ζωνών της αστυνομίας σε διάφορες συνόδους κορυφής.

Πίσω και πέρα από τις εκστρατείες

Πολλά κοινωνικά κέντρα είναι σκεπτικά για τις πολιτικές εκστρατείες και έχουν επιλέξει να σταματήσουν να συμμετέχουν. Είτε λόγω του ότι δεν πίστευαν σ’ αυτό τον τρόπο δράσης είτε γιατί είχαν άλλη πολιτική γραμμή. Η διαφορά μεταξύ των κοινωνικών κέντρων είναι μεγάλη, κάποια είναι περισσότερο απολίτικα και πολιτιστικά, άλλα είναι πιο πολιτικά με λενινιστική ή αναρχική ιδεολογία. Κάθε κύκλος αγώνων δημιουργεί νέα κέντρα, τα οποία συσσωρεύουν εμπειρίες από τους αγώνες στην καθημερινή ζωή και τις χρησιμοποιούν στο νέο κύμα αγώνων που θα έρθει. Σε μια συνάντηση μεταξύ διαφορετικών γενιών καταληψιών στο kafe Hängmattan στην Στοκχόλμη το φθινόπωρο του 2009, ο Rocco από το κέντρο Crash μας μίλησε για τον διαρκή αγώνα τους με στόχο να δημιουργήσουν ένα κοινωνικό κέντρο στην Bologna. Το Crash όχι μόνο δεν είναι μέλος των κέντρων της Carta di Milano αλλά είναι ένα κέντρο της παλιάς σχολής με ρίζες στην Autonomia Operaia.

Η πρώτη μικρής διάρκειας κατάληψη σε αυτό το κέντρο έγινε το Νοέμβριο του 2003 και τα επόμενα πέντε χρόνια κάθε χρόνο καταλάμβαναν νέα κτήρια αφού τους έδιωχναν από τα παλιά. Σιγά σιγά η συλλογικότητα αναγνωρίστηκε ως μια πολιτική δύναμη του δήμου.

– “Με κάθε κατάληψη ισχυροποιούσαμε τη θέση μας και μεγαλώναμε τη συλλογικότητα για να κάνουμε την επόμενη κατάληψη ώστε να ασκούμε διαρκή πίεση στον δήμαρχο της Bologna”, εξηγεί ο Rocco.

Όταν το Crash δέχτηκε έφοδο από την αστυνομία κάλεσε να γίνουν διαδηλώσεις σε όλη την Ιταλία και όλα τα κοινωνικά κέντρα έδειξαν τη στήριξή τους. Έτσι τα προβλήματα του δήμου όταν έδιωχνε τους καταληψίες μεγάλωναν. Έπειτα από μια μεγάλη και δυναμική κινητοποίηση με συμμετοχή 6.000 διαδηλωτών το 2008 – ακριβώς μετά από μια έφοδο εναντίον του Crash – ο δήμος τους άφησε ήσυχους στο νέο χώρο που κατέλαβαν. Μάλιστα το μοντέλο στήριξης μεταξύ των κοινωνικών κέντρων στη Ρώμη “τυποποιήθηκε” σε μια συμφωνία αλληλοβοήθειας που συμμετέχουν όλα τα κοινωνικά κέντρα της πόλης. Ανεξαρτήτου των πολιτικών τάσεων που επικρατούν σε κάθε κέντρο, έχουν ανοιχτά δηλώσει στον νεοφασίστα δήμαρχο της πόλης ότι μια επίθεση εναντίον ενός κέντρου ισοδυναμεί με μια επίθεση εναντίον όλων και ότι όλα τα κοινωνικά κέντρα θα βγουν στο δρόμο αν γίνει κάτι τέτοιο.

Αλλά η στήριξη δεν έρχεται μόνο από έξω. Το Crash είναι ενεργό στη γειτονιά, το γυμναστήριο τους και το κέντρο εκμάθησης πολεμικών τεχνών είναι ανοιχτά για όλους. Αυτό ήταν καθοριστικό στην προσπάθειά τους να πάρουν στήριξη από τη γειτονιά και γενικά για να έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν πολιτικά στη συνοικία.

– Τα κοινωνικό κέντρο λειτουργεί ως ένα κόμμα της γειτονιάς, ασκεί την πολιτική τους μέσω της τοπικής στήριξης, λέει ο Rocco.

“Η διαφορά γίνεται ξεκάθαρη όταν κάποιος, για παράδειγμα, ασχολείται με το ζήτημα της επισφάλειας και των ανασφάλιστων εργαζομένων. Τα σωματεία βάσης, όπως το Cobas, το βλέπουν ως ένα ζήτημα εργασιακό, ένα ζήτημα σχετικά με τη μορφή πρόσληψης του εργαζόμενου. Οι οργανωτές των διαδηλώσεων για την εργατική Πρωτομαγιά ως ένα ζήτημα για να ασκήσουν πολιτική πίεση, να αναγκάσουν τα σωματεία και τα κόμματα να δράσουν ώστε να τεθεί το θέμα στην ημερήσια διάταξη. Για μας στο Crash η επισφάλεια δεν είναι απλά ένα εργασιακό θέμα, αλλά κάτι το οποίο επηρεάζει την στέγη, το εισόδημα και τα έξοδα, την ιθαγένεια και εν τέλει την ίδια τη ζωή των ατόμων. Το κοινωνικό κέντρο είναι για αυτά τα άτομα ένα εργαλείο που τους βοηθάει να ασχοληθούν με το ζήτημά τους.”

Στο Crash οργανώνονται εργαστήρια ή ομιλίες, sportello, όπου όλοι οι οποίοι βρίσκονται στην επισφάλεια είναι καλοδεχούμενοι να συμμετέχουν, να πάρουν πληροφορίες και ταυτόχρονα να οργανώσουν συλλογικές δράσεις με στόχο να καλυτερεύσουν την κατάστασή τους. Εκτός των συναντήσεων στα κοινωνικά κέντρα οργανώνονται και καταλήψεις σπιτιών, γίνονται συλλογικές παρεμβάσεις για τη μείωση της τιμής του φαγητού ή των τιμών των εισιτηρίων κινηματογράφου, μπλόκα εναντίον των εργοδοτών, οργανώνονται οι άνθρωποι που δεν έχουν χαρτιά, δημιουργείται πίεση προς το δήμαρχο και οργανώνονται κινήσεις για να απαιτήσουν κοινωνικό επίδομα για όλους. Η έλλειψη της συλλογικότητας για κάποιον που μεταναστεύει συνεχώς, ή για κάποιον που πάει από τη μια δουλειά στην άλλη, μπορεί να καλυφθεί με τις συναντήσεις που γίνονται στο κοινωνικό κέντρο, το οποίο αποτελεί ένα σημείο συνάντησης και ένα κοινωνικό εργαστήρι για τους επισφαλείς εργαζόμενους μέσω του οποίου μπορούν να δράσουν.

Μπορεί να πει κάποιος ότι αποτελεί ειρωνεία της ιστορίας το γεγονός ότι τα τοπικά εργοστάσια γύρω από τα οποία συσπειρώθηκαν οι εργαζόμενοι και αποτέλεσαν την αρχή του αγώνα τους (το κόμμα των εργοστασίων) τώρα ξανά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ταξική σύνθεση. Σήμερα τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια έχουν μετατραπεί σε κοινωνικά κέντρα (το κόμμα της γειτονιάς) και είναι ένας χώρος στον οποίο οι ανασφάλιστοι και οι μερικής απασχόλησης εργαζόμενοι μπορούν να συναντηθούν και να βρουν το σημείο έναρξης της δικής τους συλλογικής δράσης.

του Mathias Wåg δημοσιευμένο στην εφημερίδα Brand

Κατηγορία: Αφιέρωμα, Ενημέρωση, Ιστορία, Μεταφράσεις
Tags: , , , , .


Σχολιάστε...