«Περί ταινίαι τέχνης»

Γεια-χαραντάν και τα κουκκιά μπαγλάν. Επειδής, να πούμε, τη σήμερον ημέρα, πολλή θολούρα περί τέχνη, σινεμά και μπουρμπούτσαλο, άμα λάχει, να πούμε…

Δεν μπορεί να έρχεται πάσα μία κερία να σου βγαίνει από ραδίου, τελεόραση και εφημερίδα και να μας φλομώνει να πούμε στο έτσι, στ’ αλλιώς, στ’ αλλιώτικο, στο πασαλιμανιώτικο υπογραφή, να πούμε, τζίφος: «Μένε Κελεμίδης, Μαρία Απαυτοπούλου, Ράβος Πασαηλίδης, Δάνος Νανίκας» να πούμε και άμα λάχει. Τι δουλειά κάνουμε εμείς, να ‘ούμε; Ψάρια πουλάμε;

Διότι ο σινεμάς τη σήμερον ημέρα δεν είναι αυγολέμονο να κόψει. Ο σινεμάς πρόκειται περί αλισβερίσι. Ο καλλιτέχνης δώνει και ο λαός παίρνει. Κι άμα δε του δώκεις, ρε μάγκα, του λαού, τι θα πάρει;

Όλα τα πιάνεις εσύ, ρε μάγκα, μέσα είσαι, μουτς-μουτς, δικός μου.

Το οποίον η τέχνη μυστήριον, κι όπου μυστήριον κι από δίπλα και Ασφάλεια Προαστίων. Καθότι καθήκον της αστυνομίας να βρίσκει μυστήρια: «πτώμα ακέφαλον αγνώστου ταυτότητος και λοιπών στοιχείων».

Εσύ θα τό ‘κανες, ρε μάγκα; Τι γραμματικάς γνώσεις έχεις περί κλοπή και δακτυλικόν αποτύπωμα, άμα λάχει, να πούμε; Μόκο, ρε μάγκα. Και περί ευχαριστώ το αστυνομικόν όργανον, την κορόιδα, να ‘ούμε. Ε, όχι, αχαριστία.

Κι αρωτάω: γιατί, ρε μάγκα, δεν το εχτιμάς το όργανον το αστυνομικόν; Και το κακολογείς, να πούμε: «μη σώσει και προλάβει το καθίκι» και «στους γιατρούς να φάει τα μιστά του» ; Δεν κάνει. Υπάρχει και Θεός.

Και επειδής, να πούμε, δεν πιάνει η δικιά σου η γκλάβα και δεν την ανθίζεσαι, δεν πάει να πει ότι δεν πιάνει και του αλλουνού η γκλάβα, άμα λάχει, να πούμε.

Καθότι τα ψηλά νοήματα, δε τ’ ανθίζεται ο κόσμος. Δεν την ψυλλιάζεται τη δουλειά, γουστάρει εγχώριο πράμα. Πώς λέμε, να πούμε: «της πατρίδος μου η σημαία έχει χρώμα γαλανό, Σαμιώτισσα, Σαμιώτισσα, πότε θα πας στη Λέσβο; Τι ζητάνε οι Βούλγαροι στη Μακεδονία μας;» και τα τοιαύτα.

Έτσι και του ρήξεις αψηλό νόημα κομπλάρει. Κι ενώ εσύ του λες, να πούμε: «μεταξύ των δύο οδών, συντομοτέρα η ευθεία», αυτός σου λέει «Ταρζάν, Γκαούρ και Τσίτα». Κυκλοφοριακόν χάος.

Έτσι όμως και του ρίξεις κλαρίνο φουστανέλα και τελεμέ, καθάρισες. Κάνεις και την κονόμα σου και είσαι και ο πρώτος, άμα λάχει, να πούμε.

Καθότι εν Ελλάδι, τέχνη ίσον κονόμα. Και τέχνη χωρίς κονόμα ίσον σάμαλι χωρίς τελάρο. Το οποίο, εν Ελλάδι κι εν κινηματογράφος, ίσον ξεφτίλα. Γκόλφω. Γκόλφω και πάσης Ελλάδος, άμα λάχει, να πούμε. Και καλά να πάθετε και άντε να… μη χαλάσω και το στόμα μου.

Η αχαριστία είναι το έγκλημα. Διότι ο άλλος, να πούμε, σου δώνει την τέχνη του κι εσύ αρωτάς: «Και ποίον, περικαλώ, το ηθικό δίδαγμα του έργου;»

Δεν κάνει, ρε μάγκα. Μην τον προσβλίζεις τον καλλιτέχνη. Τι θέλεις να σου πει εν τέλει, πώς φτιάχνεται, να πούμε, το ραγού; Διότι πάσα έργο, να πούμε, δε σιάχνεται για χαβαλέ. Είναι να διδάχνει κιόλας .

Δεν είναι, να πούμε : «φάγαμε, ήπιαμε και το γλυκεράκι μας και άντε, γεια-χαρά και τα δέοντα στην κερία μαμά σας». Άπαξ και έριξε φινάλε, να πούμε, το έργο, πρέπει να σακουλευτείς πού την πάει ο μάγκας τη δουλειά. Ούτω πώς, και αι ταινίαι τέχνης. «Πίστευε και μη ερεύνα. Πετάει ο γάιδαρος; Πετάει. Να σε δώκω τη Σαχάρα να με δώκεις το Σουέζ;»

Διότι τέχνη ίσον νόημα. «Ποιος έριξε το πέναλτι και μού ’κλεισε το σπίτι; Γιατί να κλαίει το μωρό αφού φοράει πάνα;» Πρέπει να τα σακουλεύεσαι τα ψηλά νοήματα.

Αλλιώς πώς, κάτσε σπίτι σου, ρίξε πασιέντζα και άσε τα επίλοιπα επάνω μας.

Γιατί εμείς την ανθιζόμαστε, ρε μάγκα, τη φιάξη. Γουστάρουμε περί Μεγαλέξαντρο, γουστάρουμε περί καταραμένος όφις, σουβλίστε τους, πλακώστε τους και τα τοιαύτα.

Γουστάρουμε περί ταινίαι τέχνης.

Καπέλο μας…

Κατηγορία: stigalaria, Διάφορα, Πολιτισμός
Tags: .


Σχόλια...

Σχολιάστε...