Πώς το να μαθαίνεις Οικονομικά σε κάνει αντικοινωνικό

Lamp-Man

Ή αλλιώς, η πιθανή διαφθορά από τις οικονομικές σπουδές.

του Amitai Etzioni*

Ένα από τα πρώτα πειράματα για να ελεγχθεί η υπόθεση ότι η διδασκαλία Οικονομικών υποτιμά την ηθική των ανθρώπων διεξήχθη από τους Gerald Marwell και Ruth E. Ames. Σχεδίασαν ένα παιχνίδι όπου μαρκες κατανέμονται στους συμμετέχοντες, ο καθένας από τους οποίους στη συνέχεια μπορεί μοιράσει τις δικές του μεταξύ ενός ιδιωτικού λογαριασμού και ενός δημόσιου ταμείου. Αν κάθε παίκτης επένδυε όλες τις μάρκες του στο δημόσιο ταμείο, τότε όλοι θα κατέληγαν με μεγαλύτερη απόδοση από ό,τι αν είχαν όλοι βάλει τα χρήματά τους στους ιδιωτικούς λογαριασμούς τους. Ωστόσο, αν ένας παίκτης απόκλινε και επένδυε στον ιδιωτικό του λογαριασμό, ενώ οι άλλοι παίκτες επένδυαν στο δημόσιο ταμείο, τότε ο παίκτης αυτός θα είχε ακόμα μεγαλύτερη απόδοση κερδών. Με τον τρόπο αυτό, το παιχνίδι έχει σχεδιαστεί για την επιβραύευση της ιδιώτευσης (free-riding): η κοινωνικά βέλτιστη συμπεριφορά θα είναι να συμβάλει κάθε παίκτης στο δημόσιο ταμείο, αλλά η μεγιστοποίηση του προσωπικού ωφέλους είναι  ο ίδιος να επενδύει στο προσωπικό του ταμείο και να καταφέρει να ξεγελάσει τους συμπαίκτες του ώστε να μη κάνουν την ίδια επιλογή (δηλαδή αυτοί να βάλουν τα χρήματά τους στο δημόσιο).

Οι Marwell και Ames διαπίστωσαν ότι οι περισσότεροι συμμετέχοντες χώριζαν τις μάρκες τους σχεδόν ισόποσα (50%/50%) μεταξύ των δημόσιων και ιδιωτικών λογαριασμών. Αντίθετα, οι φοιτητές Οικονομικών, επένδυαν κατά μέσο όρο μόνο το 20% από τις μάρκες τους στο δημόσιο ταμείο. Η τάση αυτή συνοδευόταν από μια διαφορά στις ηθικές απόψεις των Οικονομολόγων και μη-Οικονομολόγων. Τα 3/4 των μη-Οικονομολόγων ανέφεραν ότι μια “δίκαιη” επένδυση θα απαιτούσε την τοποθέτηση τουλάχιστον των μισών από τις μάρκες τους στο δημόσιο ταμείο. Το 1/3 των Οικονομολόγων δεν απάντησε στην ερώτηση ή έδωσε “περίπλοκες, δυσνόητες απαντήσεις“. Οι υπόλοιποι φοιτητές Οικονομικών είχαν πολύ περισσότερες πιθανότητες από τους συνομηλίκους τους μη-Οικονομολόγους να πουν ότι «μικρή ή και καθόλου συμμετοχή στο δημόσιο ταμείο ήταν” δίκαιη”».

Κι άλλες μελέτες έχουν παρατηρήσει ότι οι φοιτητές Οικονομικών παρουσιάζουν ισχυρότερη τάση προς «αντικοινωνικές» θέσεις σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους. Για παράδειγμα, οι Carter και Irons έβαλαν σπουδαστές Οικονομικών και σπουδαστές άλλων επιστημών να παίξουν το γνωστό “Ultimatum” από τη θεωρία παιγνίων (γνωστό και ως “take it or leave it” – «τα δέχεσαι ή τίποτα»). Η ιδέα είναι η εξής: παίζουν δύο παίκτες, στον ένα δίνεται ένα χρηματικό ποσό για να το αποφασίσει πως θα πρέπει να μοιραστεί μεταξύ των δύο, προσφέροντας ένα συγκεκριμένο τμήμα του ποσού στον άλλο. Ο άλλος παίκτης έχει την ευκαιρία να αποδεχθεί ή να απορρίψει την προσφορά. Αν την αποδεχθεί, τότε κάθε παίκτης λαμβάνει το μέρος των χρημάτων της προσφοράς που έγινε από τον πρώτο παίκτη. Αν όμως ο δεύτερος παίκτης απορίψει την προσφορά, τότε κανένας από τους δύο παίκτες δεν παίρνει χρήματα. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι, σε σχέση με τους σπουδαστές μη-Οικονομικών, οι νέοι Οικονομολόγοι ήταν πολύ πιο πιθανό να προσφέρουν στους εταίρους τους μικρά ποσά, και, ως εκ τούτου, να παρεκκλίνουν από μια “δίκαιη” κατανομή 50%/50%.

Τέλος, οι δύο ίδιοι ερευνητές έβαλαν τους φοιτητές να συμπληρώσουν δύο «ερωτηματολόγια ειλικρίνειας» – ένα στην αρχή ενός εξαμήνου και ένα στο τέλος του – σχετικά με το πόσο πιθανό ήταν να αναφέρουν ότι χρεωθηκαν λιγότερο από όσο έπρεπε σε κάποια αγορά τους, ή το αν θα επέστρεφαν χρήματα που ενδεχομένως βρίσκαν τυχαία στον ιδιοκτήτη τους. Η μελέτη έδειξε ότι μετά την παρακολούθηση ενός εξαμήνου μαθημάτων Οικονομικών, οι απαντήσεις των σπουδαστών αντανακούσαν περισσότερο μια «μείωση τίμιότητας» σε σχέση με φοιτητές που σπούδασαν Αστρονομία αντί Οικονομικών.

Τα βασικά αυτά ευρήματα υποστηρίζονται και από άλλες μελέτες. Στα σχετικά ευρήματά τους συμπεριλαμβάνονται τα παρακάτω:

  • Οι φοιτητές Οικονομικών είναι λιγότερο πιθανό να θεωρούν “άδικη” τη συμπεριφορά ενός πωλητή ο οποίος αυξάνει την τιμή του εμφιαλωμένου νερού σε μια ημέρα καύσωνα.
  • Φοιτητές Οικονομικών που συμμετείχαν σε μια λοταρία δήλωναν πρόθυμοι να δεσμέυσουν μικρότερο μέρος των πιθανών κερδών τους (δηλ. πριν να γνωρίζουν το αποτέλεσμα) για τη χρηματοδότηση ενός «βραβείου παρηγοριάς» για τους ηττημένους  οι οποίοι ουσιαστικά ήταν και συνάδελφοί τους.
  • Οι φοιτητές Οικονομικών της από πάνω περίπτωσης ήταν σημαντικά πιο διατεθιμένοι να αποδεχθούν το χρηματισμό συγκριτικά με τους συνομίλικούς τους άλλων επιστημών.
  • Επιπλέον, οι φοιτητές Οικονομικών αξιολογούσαν τα προσωπικά επιτεύγματα και την εξουσία περισσότερο από τους συνομηλίκους τους, ενώ απέδιδαν λιγότερη σημασία στην κοινωνική δικαιοσύνη και την ισότητα.

Διαφορές μπόρεσαν να παρατηρηθούν και μεταξύ των φοιτητές Οικονομικών όταν οι μετρήσεις επικεντρώθηκαν σε αυτούς. Συγκεκριμένα, σε κάποιο εξάμηνο του προγράμματος σπουδών οι φοιτητές είχαν τη δυνατότητα να διαλέξουν ως μάθημα επιλογής τη Θεωρία Παιγνίων που αναπτύσει τις ιδέες γύρω από τα ανταγωνιστικά σενάρια με «εγωιστές παίκτες» (selfish agents). Παρότι κατά την έναρξη του εξαμήνου και οι δύο κατηγορίες πετύχαιναν παρόμοια επίπεδα «ανεντιμότητας», μέχρι το τέλος του, εκείνοι που ήταν στην τάξη που έδινε έμφαση στην Θεωρία Παιγνίων είχαν σημαντικά υψηλότερη βαθμολογια «ανεντιμότητας» από τους συναδέλφους τους. Αυτά τα αποτελέσματα δείχνουν ότι, για την  αναφερόμενη αύξηση στις «ανήθικες» συμπεριφορές, δεν μπορεί να ευθύνεται αποκλειστικά η προδιάθεση που προϋπάρχει και οδηγεί κάποιους από τους νέους να επιλέξουν τις Οικονομικών σπουδές. Τα ευρήματα δείχνουν ότι οι συμπεριφορές διαμορφώνονται και από το ίδιο το περιεχόμενο της διδασκαλίας.

Ύστερες μελέτες υποστηρίζουν αυτό το συμπέρασμα. Βρήκαν ιδεολογικές διαφορές μεταξύ των φοιτητών Οικονομικών με χαμηλότερες επιδόσεις στις σπουδές τους, και συναδέλφων τους με υψηλότερες επιδόσεις. Είναι ενδιαφέρον ότι οι διαφορές αυτές εντός των Οικονομολόγων είναι αντίστοιχα μεγάλες με το να τους συγκρίναμε όλους ως ενιαίο σύνολο  έναντι των συνομηλικών τους άλλων επιστημών. Η συγκεκριμένη έρευνα παρατήρησε ότι οι σπουδαστές με υψηλές επιδόσεις στα Οικονομικά είναι ακόμη λιγότερο πιθανό να υποστηρίξουν ισότιμες λύσεις στα προβλήματα κατανομής πόρων από ό,τι όσοι έχουν χαμηλότερες επιδόσεις, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο χρόνος που δαπανάται μελετώντας Οικονομικά δεν έχει επιδραση θετικής κατήχηση. Το αντίθετο!

Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι σπουδαστές εκτίθενται σε τέτοιες απόψεις, αλλά ότι δεν διδάσκονται μαθήματα “εξισορρόπησης” στα τυπικά αμερικανικά Κολέγια, στα οποία να παρουσιάζεται μια διαφορετική άποψη της οικονομίας. Επιπλέον, παρότι σχεδόν όλα τα μαθήματα Οικονομικών διδάσκονται στο «νεοκλασικό» πνεύμα της οικονομίας (εγωκεντρικό + ελευθερία στην αγορά), στις τάξεις με μη-Οικονομολόγους (π.χ. στην Κοινωνική Φιλοσοφία, Πολιτικές Επιστήμες και Κοινωνιολογία) υπάρχει μεγάλη ποικιλία προσεγγίσεων που αν και όλες προτάσσουν το κοινωνικό συμφέρον αντί του προσωπικού ώφελους, είναι ταυτόχρονα και αντικρουόμενες και τελικά αφήνουν μια αίσθηση κακοφωνίας στους σπουδαστές.

Αυτό που χρειάζεται είναι μια συστηματική φιλο-κοινωνική οικονομία, που συνδυάζει την εκτίμησή του για το κοινό καλό και για τους άλλους, καθώς και για την εξυπηρέτηση του εαυτού.

Περισσότερες πληροφορίες για τις συγκεκριμένες έρευνες θα βρείτε εδώ:
Amitai Etzioni. 2015. “The Moral Effects of Economic Teaching“, Sociological Forum 30.1: 228-33.

*Ο Amitai Etzioni είναι καθηγητής του International Relations, George Washington University. 

Πηγή: huffingtonpost.com (μετάφραση από τη Γαλαρία)

Κατηγορία: Αναδημοσιεύσεις, Κοινωνία, Μεταφράσεις, Οικονομία, Πολιτισμός
Tags: , , , , , , , , .


Σχόλια...

Σχολιάστε...