Πας μη Έλλην, βάρβαρος – με τον βάρβαρο τον Έλληνα όμως τι θα γίνει;

ΕλληνάραςΠας μη Έλλην, βάρβαρος,

…αλλά ο βάρβαρος ο Έλλην είναι στους best-of-the-best διεθνώς στα αθλήματα της ρουφιανιάς, της μαγκιάς-κλανιάς, της αβάστακτης ελαφρότητας του πνεύματος… το οποίο, που το χάνεις που το βρίσκεις, στη γκλίτσα της εθνικοφροσύνης το συλλαμβάνεις να ξύνεται! Και πρώτα από όλα, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μισεί καθετί διαφορετικό!

Ένεκα α-πολίτιστων εκδηλώσεων εθνικοφροσύνης, λοιπόν (βλ. παρελάσεις), καλύτερα θα ήταν να πρωτοτυπούσαμε. Αντί να ντυθούμε τσολιαδάκια και να αναμασήσουμε ή να φάμε στη μάπα τα περί ανάδελφου έθνους που το πολεμούν δάκτυλοι, κωλοδάκτυλοι, πτεροδάκτυλοι και κυρίως βορειοευρωπαίοι δράκοι, για μια φορά να κοιτάξουμε προς τα μέσα, να αναστοχαστούμε «τί στο διάολο συμβαίνει με την πάρτη μας;». Πώς διάολο θα πάει μπροστά αυτό το ελληνικό κατασκεύασμα;

Χρειαζόμαστε όσο ποτέ μια ειλικρινή ενδοσκόπηση, μια κοινωνική ψυχανάλυση η οποία θα καταφέρνει ταυτόχρονα να μη ξεπέσει σε μίζερη εσωστρέφεια, αντίθετα θα είναι σπουδαία παραγωγική. Ξέρετε, υπάρχει ένα κορυφαίο ερώτημα, ανάμεσα σε άλλα, που θα έπρεπε να μας απασχολεί ως λαό, πολιτικά και ψυχαναλυτικά πάντα, το οποίο για πολλούς λόγους παραμένει «ο ελέφαντας στο δωμάτιο». Το ερώτημα διατυπώνεται ψιλοφλύαρα, σαν θέμα έκθεσης πανελλαδικών εξετάσεων, ως εξής:

Υπόθεση: «Αύριο, έστω σχεδόν μαγικά, διευκολυνόταν/διαγραφόταν επαρκώς το πρόβλημα χρέους της Ελλάδας, χαλάρωνε η δημοσιονομική λιτότητα, και τα λεφτά επέστρεφαν από τα σεντούκια, τα στρώματα, και μερικώς από την εσπερία στις «καλές και παραχαϊδεμένες» ελληνικές τράπεζες, η ανεργία έπεφτε κατά 5-10%, και μια υποτυπώδης ανάπτυξη καταγραφόταν στην οικονομία (εννοώντας οικονομική κίνηση, όχι απαραίτητα μεγάλα πλεονάσματα).»

Ερώτημα: «Αν αφήναμε στην άκρη τις καθόλου ασήμαντες συνέπειες που θα είχε η νέα αυτή κατάσταση για την επιβίωση της μεγαλύτερης μερίδας του ελληνικού λαού, κι ας αναρωτηθούμε… Αλήθεια, σαν κοινωνία κατακερματισμένη και βυθισμένη σε ψέμματα καθένα από τα οποία διεκδικεί το δικό της ειδικό ακροατήριο, σαν κράτος με εθνο-θρησκευτική υπαρξιακή θεώρηση που πέρα από ανιστόρητη είναι και ξεπερασμένη, σαν πολιτεία που δε μπορεί να χωρίσει δυο λογιών άχυρα, και σαν σύνολο θεσμών που λειτουργούν ως όργανα διεφθαρμένων κλεπτοκρατών… Θα είμαστε καλά; Θα πηγαίναμε στη σωστή κατεύθυνση; Θα είμαστε σίγουροι ότι εκτός από την επαναφορά μέρους της οικονομικής άνεσης, θα έχουμε καταγράψει βήματα προόδου;»

Πρώτα από όλα, να ξεκινήσουμε από το πιο προβληματικό σημείο του ερωτήματος αυτού, το οποίο είναι ότι αφαιρεί κάθε διαλεκτική σύνδεση της προόδου μεταξύ κοινωνίας-οικονομίας. «Μαγικά», λοιπόν, χωρίς η κοινωνία να έχει αλλάξει πολύ ή και καθόλου, οι «κακοί ξένοι» τουμπάρονται και αποφασίζουν να γίνουν «καλοί αλληλέγγυοι ξένοι», και έτσι καταφέρνουμε να πάμε λίγο πίσω στο χρόνο αναιρώντας μέρος του οικονομικού μαρασμού.

Εδώ είναι όμως το ουσιαστικό σημείο πάνω στο οποίο χρίζουμε κοινωνικής ψυχανάλυσης… «Τότε τί; Όλα καλά;». Διότι πολλές φορές μας καλούν οι εκπρόσωποι των χρεοκοπημένων δυνάμεων (πολιτικής και λάιφσταιλ) να ξεχάσουμε το “καλό” παρελθόν γιατί δε μπορούμε να γυρίσουμε εκεί, όμως πρακτικά, έστω ως όνειρο θερινής νυκτός, ορίζει αυτός ο γυρισμός στα παλιά τον στόχο για τον οποίο θέλει να παλέψει η Αριστερά; Είναι αυτή η κατεύθυνση εξέλιξης που θα πρέπει στοχεύει ο αγώνας της ελληνικής κοινωνίας; Κατηγορηματικά, η απάντηση είναι ΟΧΙ…

Οι «μαγικές» λύσεις και οι ακραιφνείς οπαδοί τους, οι οποίοι βγάζουν έξω από την εξίσωση το παράγοντα προοδευτικού μετασχηματισμού της κοινωνία, δεν μπαίνουν στον κόπο να κάνουν ούτε μισή εικασία για το τί θα επικρατούσε ως κοινωνική συναίσθηση σε ένα τέτοιο αναπάντεχο πισωγύρισμα στις «καλές εποχές»: τι πιστεύουν; ο κόσμος θα έλεγε «Πήραμε το μάθημά μας και θα χτίσουμε κάτι καινούργιο και καλύτερο» ή μήπως «Βρήκαμε λεφτά, ας συντηρήσουμε το μπουρδέλο, μιας και… διατηρητέο»;

Αυτός ο στοχασμός ανάμεσα στις καθόλου μικρές λεπτομέρειες που εκθέτουν τους πολιτικούς χώρους που εμμονικά δείχνουν «τους έξω, τους άλλους» ως το βασικό πρόβλημα της Ελλάδας και έχουν ως διαδηλωμένους άμεσους στόχους κάποιου είδους «μαγικές λύσεις» (π.χ. αναγάγουν το πολιτειακό και κοινωνικό πρόβλημα της χώρας σε ζήτημα νομίσματος, ή μονομερούς διαγραφής τους χρέους, ή εξόδου από την ΕΕ, ή σε πρόβλημα είσπραξης των Γερμανικών αποζημιώσεων). Ασφαλώς, μερίδα εξ όσων έχουν συμφέροντα από το «παλιό», είναι απολύτως λογικό να τα δίνουν όλα για να δημιουργείται η αίσθηση ότι «το Έθνος όλα καλά τα εποίησε, αλλά δέχεται επίθεση από τους βάρβαρους», και άρα εμείς δε χρειάζεται να αλλάξουμε τίποτα. Η πρότασή τους είναι άμυνα και πάλι άμυνα μπας και με μαγικές λύσεις μείνει όρθιο το κάστρο τους (π.χ. η ομάδα Ελ βάλει το χέρι της, ή έστω να πραγματωθεί το ξύπνημα της «ρώσικης αρκούδας» που προβλέπουν όσοι κατέχουν το brand management του γέροντα Παΐσιου).

Οι παραπάνω παραβλέπουν εσκεμμένα και αρνούνται τη διαλεκτική εξέλιξη των πραγμάτων. Ίσως λιγότερο εσκεμμένα το ίδιο παρατηρείται και σε μερίδα της Αριστεράς, η οποία θεωρεί ότι είναι δυνατό (αυτός) ο λαός να πάει σε μετωπική σύγκρουση δίχως αύριο με την Ευρώπη, έχοντας όλο το άθλιο νεοελληνικό κατασκεύασμα στην καμπούρα του!

Πώς φαντάζονται άραγε όλοι αυτοί, εκείνη την ωραία παραμυθένια αυγή που θα έχουμε κατατροπώσει τους ξένους επικυρίαρχους;… Τις τρόϊκες εσωτερικού, τα ΜΜΕ της διαφθοράς, τα κόμματα των χορηγιών της ΖΙΜΕΝΣ και των εξοπλιστικών, τους μεγαλοεπιχειρηματίες, τους «μιλημένους» μεγαλοδικαστικούς, τους παπάδες μπίζνεσμεν και εν γένει τους σημερινούς «ιδιοκτήτες» της Ελλάδας να παραδώσουν τα κλειδιά του μαγαζιού τους… έτσι απλά; Και να το κάνουν σε μια στιγμή, μάλιστα, που το μαγαζί (τους) θα έχει, όπως είπαμε «μαγικά», επιλύσει κάποια βασικά χρηματοδοτικά ζητήματα;

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, έχω να πω, και αφήνω αυτή τη βερσιόν του ερωτήματος σαν τροφή για σκέψη…

Ας δούμε όμως και μια άλλη βερσιόν του παραπάνω ερωτήματος, για να αναδείξουμε ότι ο «διάβολος» της πολιτικής (δηλ. ο λαϊκισμός, η παραπληροφόρηση, η δημαγωγία) κρύβεται στις λεπτομέρειες. Αν τροποποιήσουμε ελαφρώς την αρχή του ερωτήματος και αντικαταστήσουμε το «Αύριο, έστω, σχεδόν μαγικά» με το «Σε κάποια χρόνια», τότε θα βλέπαμε ότι αποκτά άλλο νόημα. Ο λόγος είναι ότι, αν μετά από χρόνια κόπων και δακρύων η ελληνική κοινωνία βγει από τις συμπληγάδες τους χρέους και της εποπτείας, τότε το πιθανότερο είναι αυτό να έχει επιτευχθεί επειδή ακριβώς θα έχει καταφέρει να αλλάξει και τον ίδιο τον εαυτό της (χώρια των απαραίτητων υποχωρήσεων των δανειστών).

Διαλεκτικά μιλώντας, μια αποτυχημένη-χρεωκοπημένη κοινωνία που βασίζεται σε ψέμματα και ξεπερασμένες δομές, είναι απολύτως αδύνατο να προχωρήσει μπροστά… απλά με το να κοιτάξει πίσω στις «πατροπαράδοτες παραδόσεις και αρετές των προγόνων», τις συνταγές με τις οποίες μαγειρέψαμε τη σημερινή πραγματικότητα. Θα πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι το come-back προϋποθέτει αναστοχασμό και αναθεώρηση. Συνεπώς, ΝΑΙ, αν καταφέρουμε να ξεφύγουμε από αυτό που περνάμε σήμερα, τότε δε μπορεί παρά να έχουμε σε μεγάλο βαθμό αλλάξει. Και αν η αλλαγή αυτή δεν είναι σε μια απόλυτα εξαθλιωτική και αντιδραστική κατεύθυνση (π.χ. Κινεζοβουλγαροποίηση της χώρας ή επικράτηση εθνικιστικών στοιχείων), τότε το πιθανότερο είναι να πηγαίνουμε προς μια καλύτερη ρότα.

Κλείνοντας, ας επαναλάβουμε:

Μη έχοντας και πολλούς λόγους για να κοκορευόμαστε σα χώρα ετούτη τη στιγμή, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να εκμεταλλευόμαστε κάθε παύση και ξαπόσταμα από την καθημερινότητα, για να βάζουμε το μυαλό μας σε μια τάξη. Να σκεφτούμε τι σημαίνει να πιστεύουμε δογματικά σε μαγικές λύσεις που, όσο κι αν βασίζονται στα εθνικό μας δίκιο, μοιάζουν σχεδόν εξ ουρανού διευθέτηση της αδικίας επί της Γης, παραβλέποντας το χρέος μας…

… να κάνουμε επιτέλους κάτι και με τον «βάρβαρο τον Έλληνα» και τη βαρβαρότητα των μεγαλοσυμφερόντων που έχουν μοιράσει μεταξύ τους τη χώρα.

Και παράλληλα, προσπαθούμε να βγάλουμε άκρη με τους βάρβαρους της εσπερίας.

Κατηγορία: stigalaria, Κοινωνία, Πολιτισμός, Στις Γρήγορες, Χαβαλές
Tags: , , , , .


Σχόλια...

Σχολιάστε...