Τι σημαίνει η λέξη «μπάτσος» και οι αναφορές στο ρεμπέτικο τραγούδι

734981_511856462170669_943387358_n

«Μπάτσος είναι ηχοποίητος λέξις εκ του ήχου που προκαλεί το κατακέφαλο ράπισμα, το χαστούκι, «μπάτς». Γι΄αυτό στη νεοελληνική το ράπισμα λέγεται και μπάτσα ή μπάτσος», (λεξικό Τεγόπουλου-Φυτράκη, 1999).

Όμως «μπάτσος» αποκαλείται υβριστικώς στην αργκό και το όργανο της τάξης (ή μπάτσμαν), ο αστυνομικός, το περιπολικό όχημα αποκαλείται «μπατσικό» ή «μπατσάδικο», όλη η αστυνομία, δέ, συχνά καλείται «μπατσαρία». Η λέξις «μπάτσος» αποτελεί ύβρη ηθικής προσβολής. Στα Ιταλικά, πάντως, «baccio» σημαίνει… φιλί! Παρεπιπτόντως, στην καθομιλουμένη υπάρχουν κι άλλες τέτοιες περιπτώσεις όπως αυτή της ταύτισης του αστυνομικού με τον «μπάτσο», π.χ. ο ελεγχτής ή κάποιος υπεύθυνος που παρεμβαίνει σε μια κατάσταση συχνά αποκαλείται «ράμπο» το οποίο μάλιστα θεωρείται τιμητικό: για παράδειγμα οι υπάλληλοι της Εφορίας που μετέχουν σε ένα από τα ειδικά σώματα δίωξης φορολογικών παραβάσεων αποκαλούνται «Ράμπο της Εφορίας».

Πίσω στο προσβλητικό «μπάτσος», όπου αντίθετη άποψη ως προς την ετυμολογία της λέξης εκφράζει ο καθηγητής γλωσσολογίας Γιώργος Μπαμπινιώτης:

«Συγκεκριμένα, το μπάτσος (από το τουρκικό baç) στη γλώσσα των προσεκτικών ομιλητών δηλώνει συνήθως τον αστυφύλακα, το όργανο της τάξεως, αλλά με μια αρνητική χροιά που παραπέμπει στην άσκηση βίας πάνω σε αθώα θύματα, στην αυταρχική εξουσία που ταλαιπωρεί αδύναμους πολίτες, κλπ. Στον λόγο των ίδιων ομιλητών η ουδέτερη λέξη για το όργανο της τάξεως είναι η λέξη αστυνομικός (και αστυνόμος, πβ. «κλέφτες κι αστυνόμοι» που έλεγαν και λένε τα παιδιά παίζοντας και αγγλικά cops and robbers), συνδεόμενη με εύσημες σημασιολογικές συνυποδηλώσεις (την προστασία του πολίτη από τους κακοποιούς, την καταδίωξη των εγκληματιών, την εξασφάλιση της ζωής και της περιουσίας των πολιτών κ.τ.ό.). Αρα η γενίκευση της λέξης μπάτσος, που βλέπουμε να κυριαρχεί λ.χ. στον μεταγλωττισμό των περισσότερων τηλεοπτικών έργων, σε τηλεοπτικές σειρές κλπ., για να αποδώσει το άχρωμο αγγλικό cop, και το σώμα των αστυνομικών μειώνει κοινωνικά και ηθικά και αφαιρεί από την ελληνική γλώσσα τη δυνατότητα να διαφοροποιεί σημασιολογικά τη χρήση των δύο λέξεων, επιβάλλοντας βαθμηδόν σε όλες τις περιπτώσεις τη μία από αυτές, το μπάτσος». (Γιώργος Μπαμπινιώτης, 1998)

Όμως, δεν είναι τόσο προφανής η προέλευση της λέξης από το τουρκικό «baç» όπως ισχυρίζεται ότι ισχύει ο Μπαμπινιώτης. Μια αναζήτηση στο Google Translate για τη μετάφραση σχετικλων ελληνικών λημμάτων στα Τουρκικά μπορεί να μας κάνει να αμφιβάλλουμε:

  • σφαλιάρα = manşet,
  • ράπισμα = şamar,
  • χαστούκι = yumruklamak,
  • χτύπημα = çarpmak,
  • φάπα = şaplak.

Η λέξη «baç» δεν αναγνωρίζεται! Σε ένα online λεξικό της Τουρκικής (ενδιαφέρον για αναζητήσεις τουρκογενών λέξεων), το «baç» έχει την έννοια του «φόρου» κατά την Οθωμανική περίοδο (δηλ. χαράτσι). Σε άλλα πάλι λεξικά μεταφράζεται ως «απόδοση τιμών μέσω υλικών αγαθών» (στα αγγλικά tribute). Αν πιστέψουμε τις ερμηνείες αυτές και ότι υπάρχει σύνδεση με την είσπραξη φόρων επί οθωμανικών χρόνων, τότε μπορούμε να φανταστούμε γιατί λαϊκά η λέξη απέκτησε αρνητική έννοια. Σε μια αυτοκρατορία που στήριζε την επιβίωσή της και την επέκτασή της στην είσπραξη φόρων, είναι λογικό οι φοροεισπράκτορες της να μη μάζευαν τους φόρους «ευγενικά». Κατά την επίσκεψη στον φορολογούμενο θα έπεφταν και σφαλιάρες και φάπες και απ’ όλα τα σχετικά…

Γιατί όμως ο αστυνομικός αποκαλείται μπάτσος;

Είναι ίσως πιο απλό από όσο φανταζόμαστε και το πιθανότερο είναι να συνδέεται με το μορφωτικό-πνευματικό-πολιτισμικό επίπεδο των σωμάτων ασφαλείας στην πολύπαθη ιστορία της Ελλάδας. Προπολεμικώς και μεταπολεμικώς, στην Ελλάδα, οι αστυνομικοί ήταν κατά κανόνα αγράμματοι, και ευκόλως καθοδηγούμενοι από αυταρχικά καθεστώτα. Ότι τους έλεγε η εκάστοτε εξουσία το υιοθετούσαν. Έτσι, σπανίως σέβονταν τα δικαιώματα του πολίτη (όποια αναγνωρίζονταν), σπανίως ήσαν ευγενικοί και συχνά βιαιοπραγούσαν σωματικά επί του πολίτη, ασχέτως αν δεν είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα. Αυτό ήταν κανόνας για την Χωροφυλακή υπαίθρου, ενώ κάποιο ευγενικό Ευρωπαϊκό στυλ ακολλουθούσε η Αστυνομία Πόλεων, σχεδιασμένη εις τα πρότυπα της Scotland Yard.

«Ανθρωποφύλακες»Ακραίο φαινόμενο ήταν οι βασανισμοί μέχρι θανάτου ή παραλύσεως πολιτών επί δικτατορίας των συνταγματαρχών (π.χ. οι γνωστοί βασανιστές Οπρόπουλος, Μουστακλής, Τσαρουχάς, Μανδηλαράς). Το βιβλίο του Περικλή Κοροβέση «Ανθρωποφύλακες» που αναγνώσθηκε στο Συμβούλιο της Ευρώπης το 1971 είναι ανατριχιαστικό για τις μεθόδους που ακολουθούνταν (π.χ. γκλομπ στον πρωκτό, ξερίζωμα νυχιών με τανάλια, ραβδισμοί στα πέλματα μέχρις αιμορραγίας – φάλαγγας,  κλπ). Με απλά λόγια, με το παραμικρό έπεφτε σφαλιάρα, μπάτσος, ρόπαλο, ή και σφαίρα. Δικαίως λοιπόν ο λαός μας τους προσήψε αυτό τον υβριστικό χαρακτηρισμό.

Μεταπολιτευτικά, κάποιοι βασανιστές καταδικάσθηκαν σε πολύχρονες ποινές κάθειρξης, πολλοί όμως κατάφεραν να μην έχουν συνέπειες για τη χουντική και φασιστική δράση τους. Κάποιοι, όχι μόνο συνέχισαν τη ζωή τους, αλλά διετέλεσαν αξιωματούχοι υπηρεσιών δημόσιων υπηρεσιών ή στο στρατό και τα σώματα ασφαλείας. Η συσσωρευμένη οργή του λαού είχε σαν αποτέλεσμα να δολοφονηθούν-εκτελεσθούν δύο κορυφαίοι βασανιστές της δικτατορίας από την Οργάνωση 17Ν, ο Μάλλιος και ο Μπάμπαλης. Από τότε «κόπηκε ο βήχας» και τα βασανιστήρια έγιναν έκτοτε σπανιότερο φαινόμενο. Βέβαια εξακολουθεί να υφίσταται βία κατά πολιτών από τα ΜΑΤ (οι ειδικές μονάδες καταπολέμησης διαδηλώσεων – Μονάδες Αποκατάστασης Τάξης) οι οποίες,  έχοντας την πολιτική κάλυψη της εξουσίας, συχνά βιαιοπραγούν εναντίον αθώων διαδλωτώ ή ακόμα και περαστικών. Το 1977 δύο άσχετα με τη διαδήλωση του Πολυτεχνείου άτομα πέθαναν από κτυπήματα γκλομπ, ο Κύπριος τουρίστας Ιάκωβος Κουμής και η νεαρή αγρότισσα Σταματίνα Κανελοπούλου. Η υπόθεση της «ζαρντινιέρας» με θύμα άγριου ξυλοδαρμού τον κύπριο φοιτητή Αυγουστίνος Δημητρίου το 2006 από ομάδα αστυνομικών με στολές και άλλων ασφαλιτών με πολιτικά ήταν συνταρακτική για το πανελλήνιο, αλλά έμελλε να είναι απλά η προειδοποίηση για την εμψυχρώ δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου το Δεκέμβριο του 2008 από τον αστυνομικό Κορκονέα.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κάποτε ο Πρωθυπουργός Κωσταντίνος Μητσοτάκης δήλωσε στά ΜΑΤ ότι «εσείς είσθε το κράτος» καταπατώντας έτσι την αρχή διάκρισης των εξουσιών. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη συνείδηση του αγράμματου λαού μας είναι συγκεχυμένες οι αρμοδιότητες της αστυνομίας, νομίζουν ότι έχει αρμοδιότητες δικαστικής εξουσίας, και οι μαμάδες γιά να σωφρονίσουν τα παιδιά τους λένε “κάτσε καλά γιατί θα φωνάξω τον αστυνομικό να σε κλείσει μέσα“! Έτσι διαιωνίζεται η αρνητική στάση του λαού απέναντι στην Αστυνομία, και επειδή μαζί με τα ξερά καίγονται και τα χλωρά, αυτό παρασύρει ηθικώς και τη μεγάλη πλειοψηφία των νομιμοφρόνων και εντίμων αστυνομικών.

Τα τελευταία χρόνια όμως τα πράγματα άλλαξαν. Για να εισέλθεις στις αστυνομικές σχολές χρειάζεται υψηλός βαθμός (κάποιες φορές 18-19) δηλαδή εισέρχονται μαθητές αριστούχοι, καλλιεργημένοι και μορφωμένοι, με γνώσεις του Συντάγματος, των νόμων και προστασίας των δικαιωμάτων του πολίτη. […] Βεβαίως πάντα υπάρχουν οι εξαιρέσεις. Δεν είναι ολίγες οι περιπτώσεις αστυνομικών που εδιώχθησαν ως έμποροι ναρκωτικών, ως προστάτες νύχτας, ως βασανιστές (επί δημοκρατίας), αλλά και ως δολοφόνοι  παιδιών (Δ. Μελίστας, 1985, Επ. Κορκονέας και Β .Σαραλιώτης, 2010). 

Θα ήταν θετική εξέλιξη οι σημερινοί επικεφαλής των συνδικαλιστικών οργάνων των αστυνομικών α) να αποτελούν ένα μέρος της άμυνας της κοινωνίας απέναντι στις αυθαιρεσίες του κράτους και των κυβερνήσεων, β) να είναι σε επιφυλακή και να απομονώνουν τους επίορκους συναδέλφους τους, και γ) να ζητήσουν επιτέλους μια «συγνώμη» κι όχι συμβολικά για όλες τις αυθαιρεσίες, εγκλήματα ή καφριλίκια που διεπράχθησαν στο παρελθόν από συναδέλφους τους.

Ίσως τότε εξαλειφθεί και η ύβρις «μπάτσος» και μειωθεί συχνότητα που -δικαίως σήμερα- ακούγεται το «μπάτσοι γουρούνια δολοφόνοι»!

Η λέξη μπάτσος στο ρεμπέτικο τραγούδι

Μελετώντας το ρεμπέτικα τραγούδια της δεκαετίας του 1930 θα ακούσετε σπάνια τη λέξη «μπάτσος». […] Η λέξη μπάτσος αναφέρεται, μάλλον, για πρώτη φορά σε τραγούδι στο «Τούτοι οι μπάτσοι που ήρθαν τώρα» σε ηχογραφημένο το 1928, Νέα Υόρκη από τον Γιαννάκη Ιωαννίδη και στο μπουζούκι τον Μανώλη Καραπιπέρη.

Υπάρχει και ένα άλλο τραγούδι αρκετά πιο αθυρόστομο και με την πασίγνωστη κατάληξη «Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια/ μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια». Η εκτέλεση αυτή, όμως, θα πρέπει να θεωρείται νεότερη διότι δε συνάδει με το ρεμπέτικο πνεύμα της δεκαετίας του 1930.

Από τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι ο μπάτσος στα χρόνια εκείνα δε ταυτίζεται με τον χωροφύλακα, γι’ αυτό και το «μπάτσοι και χωροφυλάκοι». Ίσως, ο μπάτσος να ήταν ο χαφιές, ο παρακρατικός, που συνεργαζόταν με την αστυνομία για να δέρνει τον κοσμάκη με την ανοχή και την εποπτεία της αστυνομίας.

Το 1934 η λέξη «μπάτσος» αναφέρεται και στο τραγούδι με τίτλο «Μάγκες» του Μπάτη (αναφέρεται ως ερμηνευτής του τραγουδιού, αλλά στην πραγματικότητα τραγουδά ο Παγιουμτζής). Πρόκειται, στην πλειοψηφία τους, για παλιά μουρμούρικα δίστιχα της φυλακής:

Ήρθαν μπάτσοι βρε και μας πήραν

και στου Συγγρού καλέ μας πήγαν.

Θα ‘ρθούνε μπάτσοι να ορκιστούνε

και ψέματα να μη σας πούνε.

Οι ρεμπέτες της δεκαετίας το 1930 είχαν πολύ προσεκτική και σεμνή έκφραση. Δε χρησιμοποιούσαν βωμολοχίες, ούτε σεξουαλικά υπονοούμενα. Οι αστυνόμοι ήταν γνωστοί και ως «καρακόλια». Ο Μάρκος Βαμβακάρης τους αποκαλεί «μαύρους» στο «Χθές το βράδυ στο σκοτάδι», 1935:

Χτες το βράδυ στο σκοτάδι

με στριμώξανε δυο μαύροι.

‘Οσο και αν μας κάνει εντύπωση στα γνήσια ρεμπέτικα του 1930 υπάρχουν οι ευγενικές εκφράσεις, όπως και ευγενικοί ήταν και οι ρεμπέτες: «Έρχεται η αστυνομία’ και το ‘κυρ αστυνόμε, μη βαράς» ίδιος στίχος και στο «Λαχανάδες» καθώς και στο «Μανάκι μου», και το «Είμαι πρεζάκιας», του Γιοβάν Τσαούς.

«Είμαι πρεζάκιας», του Γιοβάν Τσαούς.

Σαν αποθάνω φίλε μου

έρχεται αστυνομία

μετά το σκουπιδιάρικο

και κάνει την κηδεία

«Κάτω στα λεμονάδικα» (Οι «Λαχανάδες»), συνθέτης: Παπάζογλου, έτος ηχογράφησης 1934

Κυρ αστυνόμε μη βαράς…

«Μανακι μου»

Κυρ-αστυνόμε, μη βαράς δεν φταίω εγώ ο φουκαράς…

Το τραγούδι είναι παραδοσιακό της Μικράς Ασίας. Έχει ηχογραφηθεί το 1925 από την Μαρίκα Παπαγκίκα και από τότε έχουν ακολουθήσει εκατοντάδες ερμηνείες. Στην παρακάτω ερασιτεχνική ηχογράφηση ακούγονται γνωστές και φάλτσες φωνές, στα σεγόντα διότι  τραγουδά ο αείμνηστος Νίκος Παπάζογλου με την παρέα του, καθώς διασκεδάζουν σε ένα καφενείο στην Ίο, το 2004.

Κλείνοντας παραθέτουμε μια διαφορετική σύγχρονη διασκευή του τραγουδιού «Καρακόλια»: Villagers of Ioannina City (VIC) – Karakolia

Πηγές: Σύνθεση άθρου με πληροφορίες και προσαρμοσμένα τμήματα από: (Πρώτο μέρος) απόσπασμα από την Β’ έκδοση του βιβλίου “Η Ψυχολογία των ύβρεων και των ιδιωματισμών” του Χαρίλαου Γκούβα, Α’ έκδοση, έτος 2002, άρθρο Γ. Μπαμπινιώτη, slang.gr – (Δεύτερο μέρος) “Οι μπάτσοι και οι αστυνόμοι στα ρεμπέτικα του 1930“, χρονογράφημα του Γιώργου Δαμιανού.

Κατηγορία: stigalaria, Διάφορα, Κοινωνία, Πολιτισμός, Χαβαλές
Tags: , , , , , , , , , , , , , , , .


Σχόλια...

Σχολιάστε...