
Σεραφείμ – Αλέκα : 1-0

«Κατά ταύτα παρακαλώ όπως επενεκτιμήσητε την Υμετέραν στάσιν και τας εν λόγω αρχάς του Υμετέρου κομματικού σχηματισμού διότι άλλως αναποδράστως θα υπηρετήσητε τον σχεδιασμό του διεθνιστικού σατανιστικού χώρου και θα επαναλάβετε την δεδομένη ιστορική αποτυχία της γαλλικής επαναστάσεως και του λεγομένου “υπαρκτού σοσιαλισμού” διότι θέτοντας εις τα προς κατεδάφισι μέσα στην ανθρώπινη ψυχή τον αιώνιο Θεό, ουσιαστικά κατεδαφίζεις και καταδολιεύεις πλήρως τον άνθρωπο επειδή κατά την μεγαλειώδη ρήσι του Ντοστογιέφκι “χωρίς Θεό όλα επιτρέπονται”».


Μία, εκατό, χιλιάδες καταλήψεις (μέρος 2 Αγγλία)
Συνεχίζουμε το αφιέρωμά μας στους ελεύθερους χώρους με την Βρετανία. Μια ιστορία αρκετά διαφορετική από αυτή της Ιταλίας, αλλά και πιθανώς όλης της υπόλοιπης Ευρώπης. Αν και η ιστορία των ελεύθερων χώρων εκτείνεται από το μακρινό 1381 περνάει απο τη Βιομηχανική επανάσταση και καταλήγει στο σήμερα, το κίνημα αυτό δεν είναι ένα καθαρά πολιτικό κίνημα με τη μορφή που το ξέρουμε στην πλειοψηφία των χωρών της Ευρώπης.
Το κείμενο μας το παραχώρησε ο Αντώνης από την ομάδα του occupiedlondon.org.
Προηγούμενα μέρη αφιερώματος: Ιταλία 1, Ιταλία 2

Πολιτικές καταλήψεις και κινήματα επαναοικιοποίησης στέγης: Η περίπτωση της Βρετανίας
Η Βρετανία είναι μια χώρα στην οποία το Σύνταγμα είναι άγραφο – δεν υπάρχει, δηλαδή, με τη μορφή που το συναντάμε σε πολλές χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Αντίθετα, οι ισχύοντες νόμοι βασίζονται τόσο στο κοινό δίκαιο όσο και την πρακτική. Αυτό με τη σειρά του συνεπάγεται πως πολλοί από τους νόμους έχουν τις ρίζες τους σε πρακτικές προηγούμενων αιώνων. Κάπως έτσι, η χώρα έχει βρεθεί να έχει – τουλάχιστον προς το παρόν – μια από τις πιο ‘φιλικές’ νομοθεσίες σχετικά με τις καταλήψεις: Ο ισχύων νόμος (μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, δηλαδή στα τέλη του 2011, αφού επίκεινται σημαντικές αλλαγές, όπως θα δούμε παρακάτω) θεωρεί την κατάληψη ενός εγκαταλελειμμένου κτιρίου (όπου εγκαταλελειμμένο, το να είναι σε απραγία για πάνω από τρεις μήνες) χωρίς την παραβίαση εξωτερικής πόρτας ή παραθύρου (κοινώς, το κτίριο να είναι ξεκλείδωτο) ώς μια αστική διαφορά (civil matter) μεταξύ ιδιοκτήτη και καταληψιών, η οποία μπορεί να λυθεί μόνο στα δικαστήρια. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η αστυνομία δεν έχει καμία δικαιοδοσία να παρέμβει.
Για την ιστορία, ο νόμος αυτός φαίνεται να έχει τις ρίζες του σε ένα εθιμοτυπικό νόμο που προηγείται της βιομηχανικής επανάστασης (αν και δεν είναι πλήρως εξακριβωμένο το κατά πόσο ίσχυε ήδη από τότε), σύμφωνα με τον οποίο, οποίος-α κατάφερνε να χτίσει ένα σπίτι μεταξύ της ανατολής και της δύσης του ηλίου είχε το δικαίωμα να είναι σε αυτό και δεν ήταν δυνατή η έξωσή του (βλ. και Colin Ward 2002).
Σε κάθε περίπτωση, η ιστορία κινημάτων κατάληψης γης και στέγης εκτείνεται εντυπωσιακά πίσω στο χρόνο: από την εξέγερση των αγροτών του 1381, στο περίφημο κίνημα των σκαπανέων (Diggers) του 17ου αιώνα. Το κίνημα αυτό προώθησε την έμπρακτη επαναοικοιοποίηση της γης και την καλλιέργειά της (εξ’ ου και το όνομα του) προς κοινό όφελος. Στις πόλεις της Βρετανίας τώρα, η κατάληψη στέγης παίρνει μαζικότατη μορφή μετά το πέρας των δύο παγκοσμίων πολέμων, και ειδικά μετά το πέρας του Δεύτερου (1945). Τότεχιλιάδες στρατιωτών επέστρέφαν στις πόλεις της χώρας και βρίσκαν μία χώρα βομβαρδισμένη (μεταξύ άλλων και τα δικά τους σπίτια πολλοί από αυτούς) καθώς κι ένα κράτος πρόνοιας ανίκανο να ικανοποιήσει το στοιχειώδες δικαίωμα της στέγης, κι έτσι η κατάληψη μισοβομβαρδισμένων ή εγκατελελημένων για αλλους λόγους κτιρίων έγινε συνήθης πρακτική.
…και ερχόμαστε είκοσι περίπου χρόνια μετά, στο 1968, που αποτελεί την επόμενη χρονιά-σταθμό για τις καταλήψεις στη χώρα. Ο αέρας του Γαλλικού Μάη φυσάει και λίγο προς Βορρά μεριά κι έτσι, κάποιες οργανωμένες προσπάθειες αρχίζουν να κάνουν την εμφάνισή τους, απαιτώντας (και εξασφαλίζοντας) ‘να μπούμε στα άδεια σπίτια’. Δεν είναι τυχαίο πως εκείνη την περίοδο ξεκινά μια -αποτυχημένη- προσπάθεια ποινικοποίησης των καταλήψεων, αλλά και ότι συγκροτούνται ομάδες όπως η ‘Συμβουλευτική Υπηρεσία Καταληψιών’ (Advisory Service for Squatters, δες αναφορές) η οποία εξακολουθεί να υπάρχει ως σήμερα.
Εδώ, κάτι-σαν-μια παρένθεση: ο μη ποινικός χαρακτήρας της κατάληψης ώς ενέργειας ισχύει τόσο στην Αγγλία όσο και στην Ουαλία, αλλά όχι στη Σκωτία. Εκεί, οι καταλήψεις ποινικοποιήθηκαν με νόμο του 1865 (!) αμέσως μετά τις επονομαζόμενες ‘εκκαθαρίσεις των Highlands’ (Highland Clearances), μια γιγαντιαία επιχείρηση βίαιης μεταφοράς πλυθησμών από τα Highlands προς τα νότια, ή κι εκτός του νησιού ακόμα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί η εκεί γη για καλλιέργεια και άλλους αγροτικούς σκοπούς. Η ποινικοποίηση των καταλήψεων στη Σκωτία ίσως να εξηγεί, εν μέρει, την συγκριτικά μεγάλη παρουσία Σκωτσέζων άστεγων αλλά και καταληψιών, στο Λονδίνο και τις άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας μέχρι και σήμερα.

Κλείνει η παρένθεση και ερχόμαστε στο σήμερα! Η κατάληψη ως αμιγώς πολιτικό εγχείρημα είναι σχετικά ένα περιορισμένο φαινόμενο στη χώρα, σε αναλογία μάλλον με το σχετικά μικρό μέγεθος του κοινωνικού ανταγωνιστικού κινήματος (αναρχικοί-αντιεξουσιαστές-εξωκοινοβουλευτική αριστερά). Παρ’ όλα αυτά, ιδίως στα χρόνια που προηγήθηκαν της συνόδου του G8 στη Σκωτία, υπήρξε μια αρκετά συντονισμένη κίνηση δημιουργίας καταλήψεων ως κοινωνικά κέντρα, ως χώρων αντιπληροφόρησης και δράσης ενάντια στη σύνοδο (δες και Alessio L. 2007). Σήμερα, οι καταλήψεις με διάρκεια πέρα από λίγους μήνες/χρόνια είναι λίγες, αν και οι εξαιρέσεις είναι λαμπρές: μεταξύ τους, η κατάληψη 56a στο νότιο Λονδίνο, που έκλεισε πρόσφατα 20 χρόνια ζωής (http://www.56a.org.uk/). Οι καταλήψεις που υπάρχουν ανά πάσα στιγμή είναι πολύ δύσκολο να ‘χαρτογραφηθούν’ λόγω του σύντομου χαρακτήρα τους – μια προσπάθεια πάντως έχει γίνει εδώ https://londonscn.wordpress.com/2011/03/02/
Όμως, η συντριπτική πλειοψηφία των καταλήψεων στη Βρετανία δεν είναι, ούτε ήταν ποτέ αμιγώς ‘πολιτικές’, με την έννοια του ότι δεν εξέφεραν πολιτικό λόγο – αντίθετα, ήταν κυρίως καταλήψεις στέγης, αν και φυσικά σαν ενέργεια από μόνη της είναι κι αυτή εξόχως πολιτική. Πρόσφατα, η βρετανική κυβέρνηση (συνασπισμός συντηρητικών-φιλελεύθερων) εκτίμησε πως υπάρχουν πάνω από 20,000 καταληψίες στη χώρα. Ο πραγματικός αριθμός ίσως να είναι και μεγαλύτερος, σίγουρα τείνει να αυξηθεί γεωμετρικά, με τις βαθιές περικοπές στο βρετανικό κράτος πρόνοιας. Στα πλαίσια αυτά, αλλά και στο ευρύτερο πέπλο εκφασισμού που απλώνεται γρήγορα πάνω από το Νησί, ο νόμος περί καταλήψεων βρίσκεται υπό αναθεώρηση. Η επερχόμενη αλλαγή αυτού έρχεται να προστεθεί στη δραματική μείωση του αριθμού των μεταναστών που γίνονται δεκτοί στη χώρα, στις σαρωτικές περικοπές του όποιου κράτους πρόνοιας (χαρακτηριστικό παράδειγμα, το κλείσιμο του 80% των επονομαζόμενων youth clubs, χώρων ψυχαγωγίας και εκπαίδευσης νέων – καθόλου τυχαία, λίγους μόλις μήνες πριν την εξέγερση του περασμένου καλοκαιριού). Υπολογίστε σε αυτά την αύξηση των προπτυχιακών διδάκτρων κατά 300% περίπου (από περίπου 3,000 λίρες ανά έτος σε 9,000, στα περισσότερα πανεπιστήμια) και οι τροπολογίες στο νόμο περί καταλήψεων καμία έκπληξη δε θα έπρεπε να προκαλούν – παρά μόνο έρχονται να συμπληρώσουν τη ζοφερή εικόνα του παζλ. Σύμφωνα με το νέο νόμο λοιπόν, ποινικοποιείται η κατάληψη κτιρίων που δεν έχουν χαρακτηριστεί ως εμπορικοί (commercial) χώροι. Το τι θα γίνει με τους τελευταίους είναι ακόμα προς διευθέτηση, την ώρα που ο νόμος έχει ήδη εγκριθεί από το ‘κάτω Σώμα’ του βρετανικού κοινοβουλίου (house of Commons, βουλή των κοινοτήτων) και απομένει η, τυπική περισσότερο, έγκρισή του από το ‘πάνω Σώμα’ (house of Lords, βουλή των λόρδων). Σε αντιστοιχία με τα ελληνικά δεδομένα, είναι περίπου σαν να έχει ψηφιστεί ένας νόμος από τη βουλή και να επίκειται η υπογραφή του από τον πρόεδρο της δημοκρατίας.
Το τι μορφή θα έχει τελικά ο νέος νόμος, αλλά και η ισχύς του στην πράξη, μας είναι ακόμα άγνωστα. Οι καταλήψεις στέγης (τουλάχιστον) θα είναι αδύνατο να μειωθούν – αντίθετα, οι περικοπές του κράτους πρόνοιας εγγυώνται, τρόπο τινά, πως ο αριθμός τους θα αυξηθεί – κι ο νέος νόμος με τη σειρά του εγγυάται πως αυτό θα γίνει με μια πρωτόγνωρης μορφής έντασης για τα βρετανικά δεδομένα. ‘Ο βρετανικός τρόπος αστυνόμευσης είναι διαμέσου της συναίνεσης’, είχε πει η Theresa May, υπουργός εσωτερικών των συντηρητικών, όταν ρωτήθηκε γιατί δε χρησιμοποιήθηκαν αντλίες νερού ή και σφαίρες ακόμα, για να αντιμετωπισθεί η εξέγερση του καλοκαιριού του 2011. Τώρα που η συναίνεση τελειώνει, το βρετανικό κράτος γεμίζει γρήγορα τη νομική του φαρέτρα. Από εδώ και πέρα λοιπόν, κάθε κατάληψη θα είναι εν δυνάμει πόλος αντίστασης στη λαίλαπα του εκφασισμού της βρετανικής κοινωνίας, κι απ’ ότι φαίνεται θα αντιμετωπίζεται ανάλογα. Τα ‘καλύτερα’, μάλλον, δε τα είδαμε ακόμα…
Αναφορές
Advisory Service for Squatters: Legal &practical advice for squatters and other homeless people. http://www.squatter.org.uk/
Alessio L. (2007) The Spring of Social Centres http://www.occupiedlondon.org/the-spring-of-social-centres/
Colin Ward (2002) Cotters and Squatters: The Hidden History of Housing. Nottingham: Five Leaves Publications
Diggers and Dreamers: The Guide to Communal Living in Britain – οδηγός ομαδικής συμβίωσης στη Βρετανία, με όνομα εμπνευσμένο από το κίνημα των Diggers του 17ου αιώνα. http://www.diggersanddreamers.org.uk/
Squash: Squatters Action for Secure Homes. http://www.squashcampaign.org/
αντώνης από occupiedlondon.org


Η Αστυνομία κάνει πολύ καλά τη δουλειά της…
Αναδημοσιεύουμε εδώ, το βίντεο που έχει κάνει ήδη την εμφανισή του στο διαδίκτυο και δείχνει μία ακόμη φορά, το έργο και τον ρόλο της αστυνομίας.
Ρουφιάνοι της ομάδας Δέλτα, φυτεύουν βόμβες μολότοφ στην τσάντα ενός διαδηλωτή που μόλις έχουν συλλάβει.
Η αστυνομία επι τω έργω… Πάντα δίπλα στον πολίτη, δίπλα στην δικαιοσύνη….
Περίεργο περιστατικό με την ομάδα Δ από babisflou
Το πρωτοείδαμε εδώ…

Μία, εκατό, χιλιάδες καταλήψεις (μέρος 1β – Ιταλία)
Ακολουθεί το δεύτερο μέρος του κειμένου για τους ελεύθερους χώρους στην Ιταλία. Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ

Το πρώτο κύμα
Τα κοινωνικά κέντρα γεννήθηκαν από την κρίση της αριστεράς το ’68 και έχουν αποκτήσει μια αξιοσημείωτη ικανότητα να επιβιώνουν σε περιόδους κρίσης, όταν η υπόλοιπη αριστερά καταρρέει. Το 1968 ήταν ο χρόνος των πανεπιστημιακών εξεγέρσεων ο οποίος ακολουθήθηκε από το “θερμό φθινόπωρο” του 1969 που ήταν χρόνος εργοστασιακών εξεγέρσεων. Οι εργάτες στους ιμάντες μεταφοράς και οι φοιτητές ήταν οι κοινωνικές ομάδες που αποτέλεσαν την ραχοκοκαλιά της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Από τα δύο αυτά χρόνια εξεγέρσεων προέκυψε μια σειρά αριστερών ομάδων: μαρξιστές – λενινιστές, μαοϊστές, οπεραιστές, αντιιμπεριαλιστές όλων των τάσεων. Όλες αυτές οι οργανώσεις λειτούργησαν ως μικρά κόμματα με οπαδούς με στρατιωτική πειθαρχία, που αναμασούσαν την κομματική κατήχηση με το βλέμμα τους καρφωμένο στις άγριες εργατικές απεργίες στα μεγάλα εργοστάσια. Οι παρεμβάσεις στα εργοστάσια και ο “πόλεμος των εργοστασίων” – “το κόμμα των εργοστασίων”, το οποίο στόχευε σε δράσεις από τη βάση από τους ίδιους τους εργάτες – απέκτησαν προτεραιότητα. Και αυτό δούλεψε: οι μισθοί ανέβηκαν, η παραγωγή στα εργοστάσια έπεσε κατακόρυφα, τα αφεντικά έχασαν τον έλεγχο. Οι εργοδότες χρειάστηκαν μερικά χρόνια για να οργανώσουν την αντεπίθεσή τους, κι αυτό έγινε με μαζικές απολύσεις, αύξηση της αποδοτικότητας, αναδιαρθρώσεις και κλεισίματα εργοστασίων.
Η ανάπτυξη έγινε αρχικά στο Μιλάνο. Η ανεργία αυξήθηκε, οι εργαζόμενοι που δούλευαν σε μικρά εργοστάσια και η μαύρη εργασία αυξήθηκαν. Το 1975 η κρίση του “κόμματος του εργοστασίου” είναι γεγονός, και τα κόμματα της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς διαλύθηκαν το ένα μετά το άλλο. Οι παλιοί αγωνιστές οδηγήθηκαν σε ένα νέο κίνημα, την Autonomia Operaia, βασισμένη στην νέα σύνθεση των τάξεων. Οι νέοι αγώνες άνθισαν έξω από τα εργοστάσια, στα προάστια του Μιλάνου. Η απουσία σταθερού μισθού οδήγησε στη μη πληρωμή ενοικίου, στην άρνηση πληρωμής ολόκληρου εισιτηρίου για τον κινηματογράφο και για τα μέσα μαζικής μεταφοράς, πράγματα που βοηθούν ώστε να θεωρείται επαρκές το εισόδημα των εργαζομένων. Γιατί να μην πληρώνουμε μόνο το μισό εισιτήριο; Ή το μισό λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος. Γιατί να τα πληρώνουμε όλα – Δεν πληρώνω, δεν πληρώνω! Σπίτια καταλήφθηκαν και οι οργανώσεις ενάντια στις εξώσεις τα υπερασπίστηκαν. Όλοι αυτοοργανώθηκαν σε συνοικιακές οργανώσεις. Στα προάστια δημιουργήθηκε μια γενιά η οποία ούτε ούτε είχε πάει πανεπιστήμιο ούτε είχε δουλέψει στα μεγάλα εργοστάσια. Συναντήθηκαν στα μεγάλα progressive φεστιβάλ, εμπνευσμένοι από την beat κουλτούρα και τους καταστασιακούς. Αλλά η διαφορά με το αμερικανικό κίνημα των χίπις ήταν ότι αυτοί ήταν παιδιά της εργατικής τάξης και η συνάντησή τους με τους αριστερούς αγωνιστές τους πολιτικοποίησε. Με επίγνωση του ταξικού παρελθόντος τους, έχτισαν στα 70s προλεταριακές ομάδες νέων (circoli del proletariato giovanile) σε κάθε προάστιο.
Τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια στις εργατικές περιοχές καταλήφθηκαν ξανά από τις συνοικιακές επιτροπές και τις προλεταριακές ομάδες νέων όταν ξέσπασε με ένα κύμα καταλήψεων το 1975-76. Οι καταλήψεις αυτές ονομάστηκαν κοινωνικά κέντρα. Αυτά τα δύο χρόνια γύρω στα 20 κοινωνικά κέντρα δημιουργήθηκαν στα προάστια του Μιλάνο. Μέσα από αυτό το κύμα άρχισε τη λειτουργία του και το Leoncavallo, ένα κέντρο με βαθύτατη επιρροή στο κομμάτι των παραδοσιακών εργοστασιακών εργατών. Το πιο “ορθόδοξο” (σ.σ. δε συμβιβάζεται εύκολα, είναι της “παλιάς σχολής”). Οι εργοδότες, οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Κομμουνιστές είχαν ιδρύσει ήδη πολιτιστικά κέντρα και Σπίτια του Λαού, στοχεύοντας στο να γεμίσουν τον ελεύθερο χρόνο των εργαζομένων. Αλλά τα κοινωνικά κέντρα ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό, ήταν αυτοοργανωμένα και αντιιεραρχικά δομημένα. Εδώ μπορούσαν συνελεύσεις γειτονιάς, θεατρικές ομάδες, συλλογικοί παιδικοί σταθμοί, κέντρα απεξάρτησης και εναλλακτικές αγορές να βρούνε χώρο, και να οργανωθούν άμεσα από τους ανθρώπους της γειτονιάς. Τα ανοιχτά κοινωνικά κέντρα είχαν ακόμα μεγαλύτερη απήχηση από τις ομάδες των νέων και τις συνοικιακές επιτροπές.
Στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 70 η Ιταλία έζησε μια περίοδο τρομερής πόλωσης. Τα δυο μεγαλύτερα κόμματα, οι Χριστιανοδημοκράτες και οι Κομμουνιστές, έκαναν κυβέρνηση συνεργασίας για χάρη της σταθερότητας στη χώρα. Η συναινετική πολιτική ανέδειξε ως μόνη αντιπολίτευση την Autonomia Operaia, η οποία σύντομα έγινε η κυρίαρχη δύναμη στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά. Κομμάτια του κινήματος κλιμάκωναν τις σύγκρουση με το κράτος. Η μεγάλη καταπίεση που δέχτηκαν δεν άργησε να επιφέρει τη ριζοσπαστικοποίηση και από τις μαζικές κινητοποιήσεις επέλεξαν το δρόμο του ένοπλου αγώνα. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 πολλοί αυτόνομοι ακτιβιστές φυλακίστηκαν και οι περισσότεροι από τα “στελέχη” του κινήματος μετακόμισαν στην Γαλλία. Το κίνημα ήταν πια νεκρό και τα μόνα που επέζησαν ήταν τα κοινωνικά κέντρα.
Η έξοδος από την απομόνωση
Ξανασυναντώ τον Luca Casarini. Κάθεται στο Radio Sherwood και πίνει τον καφέ του στο διάλειμμα μεταξύ δύο συναντήσεων. Έχουν περάσει έξι χρόνια από την πρώτη μας συνάντηση. Πλέον τον ξέρω καλύτερα και μπορώ να του θέσω κάποιες πιο κριτικές ερωτήσεις. Ποιά είναι η δράση του κέντρου πέρα από της εκστρατείες; Ποιά είναι η σχέση που έχει αυτός με αυτές;
- “Η δύναμη της Autonomia Operaia ήταν η στήριξη της γειτονιάς. Αλλά όταν η γενιά μου ήταν ενεργή στα μέσα της δεκαετίας του ’80, το κίνημα καταστράφηκε. Δεν γινόταν να οργανώσουμε συναντήσεις στα πανεπιστήμια ή στις πλατείες χωρίς να κάνει έφοδο η αστυνομία και να διακόψει ό,τι κάναμε”, εξηγεί.
Τη δεκαετία του ’80 επικρατούσε μηδενική ανοχή, ο ελεύθερος χώρος για μια ριζοσπαστική πολιτική ήταν ελάχιστος. Παρόλα αυτά τα κοινωνικά κέντρα διαδόθηκαν σε όλη την Ιταλία κυρίως με την βοήθεια των πανκς. Αλλά πλέον δεν υπάρχουν ανοιχτά κέντρα στις συνοικίες. “Οι τοίχοι των κοινωνικών κέντρων υψώθηκαν”, έγιναν προμαχώνες που λειτουργούσαν ως ελεύθεροι χώροι μέσα σε μια εχθρική νεοφιλελεύθερη κοινωνία. Ήταν το καταφύγιο όλων αυτών που δεν άντεχαν το σκληρό περιβάλλον που είχε διαμορφώσει η δεξιά.
- “Το 1986 ξέσπασε ένα κύμα διαμαρτυρίας στα γυμνάσια και λύκεια, πρώτα στην Γαλλία και έπειτα στην Ιταλία. Ήμασταν πέντε μαθητές – διαδηλωτές που αποφασίσαμε να καταλάβουμε μόνοι μας ένα κτήριο. Αυτή ήταν η “γέννηση” του κοινωνικού κέντρου Pedro”, λέει ο Luca.
Ταυτόχρονα καταλήφθηκε το Forte Prenestino στην Ρώμη. Όταν έπειτα ξέσπασε ένας νέος κύκλος αγώνα, αυτή τη φορά στα πανεπιστήμια, το 1990 το “Κίνημα του πάνθηρα”, γεννήθηκε από το κύμα των καταλήψεων σε όλη την Ιταλία. Αυτά τα λέγαμε κοινωνικά κέντρα δεύτερης γενιάς. Για πρώτη φορά μετά από 10 χρόνια υπήρχε ένα κίνημα ξανά στο δρόμο.
Ταυτόχρονα κατέρρευσε και το ιταλικό πολιτικό συναινετικό σύστημα. Σκάνδαλα διαφθοράς και σχέσεις με τη μαφία αποκαλύφθηκαν και ανάγκασαν τα δυο μεγάλα κόμματα, τους Χριστιανοδημοκράτες και το Κομμουνιστικό κόμμα, να καταρρεύσουν στην αρχή της δεκαετίας του ’90. Μέσα από την αναταραχή προέκυψαν αρκετά νέα πολιτικά κόμματα. Ο Μπερλουσκόνι έκανε την εμφάνισή του ως πολιτική δύναμη, οι νεοφασίστες του MSI έγιναν κοινωνικά αποδεκτοί και η αυτονομιστική Λίγκα του βορρά μεγάλωσε σαν χιονοστιβάδα. Αλλά αυτά τα γεγονότα ενεργοποίησαν και ένα αυτόνομο κίνημα το οποίο βγήκε από τα κοινωνικά κέντρα και κατέβηκε στο δρόμο.
- “Ακολούθησε μια συζήτηση μέσα στα κοινωνικά κέντρα σχετικά με το πώς μπορούμε να ξεφύγουμε από την απομόνωση, πώς να αποφύγουμε να γίνουμε γκέτο. Όταν εμφανίστηκε το “Κίνημα του πάνθηρα” επιλέξαμε να πάμε σ’ αυτούς αντί να έρθουν αυτοί σε μας. Ανακαινίσαμε την κουζίνα του Pedro και τη βάλαμε μέσα στο κατειλημμένο ίδρυμα ψυχολογίας. Μέσα σε τρεις μήνες το πανεπιστήμιο ήταν κατειλημμένο και εμείς σερβίραμε φαγητό. Όταν οι φοιτητικές διαδηλώσεις σταμάτησαν το Pedro γέμισε με καινούργιους ακτιβιστές”, λέει ο Luca.
Στη συνέχεια ήρθαν νέες επιρροές.
- “Η εξέγερση των Ζαπατίστας που ξέσπασε στην Chiapas το 1994, έδωσε νέες ιδέες και μια εντελώς νέα γλώσσα επικοινωνίας που βοήθησαν στο να δουλέψουμε την εξωστρέφειά μας και την διείσδυσή μας στην κοινωνία”, λέει ο Luca.
Εμπνευσμένοι από τη συνεργασία των Ζαπατίστας με την τοπική κοινωνία, τα κοινωνικά κέντρα άρχισαν να συνδέονται στενότερα με τους κοινωνικούς αγώνες στις συνοικίες και στα τοπικά κοινωνικά κινήματα. Η πρόσβασή τους στις τοπικές συνελεύσεις, στα τοπικά κανάλια επικοινωνίας (ραδιόφωνο, ιστοσελίδες, δίκτυο επαφών) και στους κύκλους των ακτιβιστών αποτέλεσαν πολύτιμα εφόδια για τις τοπικές κοινωνίες. Τα κοινωνικά κέντρα, ανεξαρτήτου ιδεολογικών τάσεων, έγιναν ξανά ένας τόπος στον οποίο οι συνοικιακές επιτροπές μπορούσαν να συναντηθούν, οι νεοεισερχόμενοι μετανάστες να μάθουν ιταλικά, οι ντόπιοι έμποροι οικολογικών προϊόντων να βρούνε χώρο να πουλήσουν τα προϊόντα τους, τα παιδιά να παίξουν ποδόσφαιρο ή να πάνε στο γυμναστήριο και οι επιτροπές ειρήνης να πάρουν χρόνο προβολής στο τοπικό ραδιόφωνο.
Έφοδος και επαναπροσανατολισμός
Η “μαύρη” δεκαετία του ’80 είχε περάσει. Τα κοινωνικά κέντρα άρχισαν να παίρνουν θέση στην κοινωνία ξανά. Τα περισσότερα αυτοδιαχειριζόμενα κατειλημμένα κοινωνικά κέντρα της εποχής εμφανίστηκαν κατά την περίοδο ’90-’93. Το βάπτισμα του πυρός δόθηκε όταν ο δήμαρχος της Λίγκας του βορρά διακήρυξε τον πόλεμο στα κοινωνικά κέντρα. Ο δήμαρχος δήλωσε πως από δω και στο εξής οι καταλήψεις θα υπάρχουν μόνο ως φαντάσματα στην πόλη του. Οι εξώσεις έδωσαν αφορμή για μία από τις μεγαλύτερες συγκρούσεις στην ιστορία του Μιλάνου. Οι ακτιβιστές έδωσαν βάση στα λεγόμενα του δημάρχου και φόρεσαν τις άσπρες στολές τους. Το κύμα της ακτιβιστικής δράσης – όχι πολύ διαφορετικό από ότι συνέβη έπειτα από την έξωση της κατάληψης Ugndomshuset στην Κοπεγχάγη – είχε ως αποτέλεσμα η κατάληψη Leoncavallo να πάρει γρήγορα ένα καινούριο μεγαλύτερο και καλύτερο κτήριο για να αποκατασταθεί η τάξη στην πόλη.
Αλλά η ερώτηση είναι πώς κατάφεραν τα κοινωνικά κέντρα να επιβιώσουν ενώ το κίνημα είχε διασπαστεί; Πώς ξεπερνιέται η περίοδος της ύφεσης ενώ όλα τα κέντρα απειλούνται με εξώσεις; Πρέπει τα κοινωνικά κέντρα να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για να νομιμοποιηθούν ή πρέπει να συνεχίσουν πεισματικά τη ζωή τους παίρνοντας όλα τα ρίσκα ως καταλήψεις; Οι περισσότερες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις έγιναν το 1998 σε μια συνέλευση στο νέο Leoncavallo, εκεί θεσπίστηκε μια στρατηγική απόφαση – συμφωνία. Η Carta di Milano περιγράφει πώς πρέπει να γίνει η προσπάθεια για διεύρυνση του πολιτικού χώρου των κοινωνικών κέντρων, μεταξύ άλλων και με το να έχουν δικούς τους υποψηφίους στις λίστες των κομμάτων. Μέσω αυτής της απόφασης εκπροσωπήθηκαν στα δημοτικά συμβούλια του Μιλάνο, της Ρώμης και της Βενετίας οι οποίοι αποτελούσαν μια “κοινοβουλευτική ασπίδα” για τα κέντρα.
- “Με την Carta di Milano έγινε μια προσπάθεια να ξεφύγουμε από την καταστρεπτική δυναμική με το τρίπτυχο “σύγκρουση – καταπίεση – αγώνας ενάντια στην καταπίεση” και να αρχίσουμε μια άλλου είδους ανάπτυξη. Έτσι οι κοινωνικές συγκρούσεις έγιναν πρότζεκτ τα οποία μπορούσαν να οδηγήσουμε σε ένα φαύλο κύκλο “σύγκρουσης – πρότζεκτ – ανάπτυξης των δικαιωμάτων” ”, λέει ο Luca Casarini.
Ένα νέο βήμα για τα κοινωνικά κέντρα που προέκυψε από την Carta di Milano ήταν το να δουλεύουμε όχι μόνο τοπικά στη συνοικία αλλά και να οργανώνουμε εθνικές εκστρατείες καθώς και να αναμιχθούμε στην κεντρική πολιτική σκηνή. Ένα από τα αποτελέσματα της συνέλευσης του Μιλάνο ήταν μια συλλογική εκστρατεία σχετικά με τους επισφαλείς εργαζόμενους – καθώς οι περισσότεροι επισκέπτες των κέντρων δεν είχαν μόνιμη δουλειά. Το κοινό σύμβολο του αγώνα ήταν οι άσπρες στολές, οι οποίες είχαν χρησιμοποιηθεί πιο πριν από την ομάδα περιφρούρησης του Leoncavallo. Τα κέντρα που είχαν συμφωνήσει την Carta di Milano άρχισαν να πειραματίζονται με νέους τρόπους σύγκρουσης και με το πως θα μπορούσαν να δημιουργήσουν ευρύτερη συναίνεση γύρω από ριζοσπαστικές πρακτικές. Αυτό οδήγησε σε κοινωνικούς πειραματισμούς με αντιπαραθέσεις χωρίς βία αλλά με πολιτική ανυπακοή. Οι άσπρες στολές κινήθηκαν στα όρια μεταξύ άμεσης δράσης και συμβολικών διαμαρτυριών. Οι μαζικές δράσεις ήταν συχνά εντυπωσιακές: εισβολές και σαμποτάζ σε νεόκτιστα κέντρα κράτησης προσφύγων ή σπασίματα των κόκκινων ζωνών της αστυνομίας σε διάφορες συνόδους κορυφής.
Πίσω και πέρα από τις εκστρατείες
Πολλά κοινωνικά κέντρα είναι σκεπτικά για τις πολιτικές εκστρατείες και έχουν επιλέξει να σταματήσουν να συμμετέχουν. Είτε λόγω του ότι δεν πίστευαν σ’ αυτό τον τρόπο δράσης είτε γιατί είχαν άλλη πολιτική γραμμή. Η διαφορά μεταξύ των κοινωνικών κέντρων είναι μεγάλη, κάποια είναι περισσότερο απολίτικα και πολιτιστικά, άλλα είναι πιο πολιτικά με λενινιστική ή αναρχική ιδεολογία. Κάθε κύκλος αγώνων δημιουργεί νέα κέντρα, τα οποία συσσωρεύουν εμπειρίες από τους αγώνες στην καθημερινή ζωή και τις χρησιμοποιούν στο νέο κύμα αγώνων που θα έρθει. Σε μια συνάντηση μεταξύ διαφορετικών γενιών καταληψιών στο kafe Hängmattan στην Στοκχόλμη το φθινόπωρο του 2009, ο Rocco από το κέντρο Crash μας μίλησε για τον διαρκή αγώνα τους με στόχο να δημιουργήσουν ένα κοινωνικό κέντρο στην Bologna. Το Crash όχι μόνο δεν είναι μέλος των κέντρων της Carta di Milano αλλά είναι ένα κέντρο της παλιάς σχολής με ρίζες στην Autonomia Operaia.
Η πρώτη μικρής διάρκειας κατάληψη σε αυτό το κέντρο έγινε το Νοέμβριο του 2003 και τα επόμενα πέντε χρόνια κάθε χρόνο καταλάμβαναν νέα κτήρια αφού τους έδιωχναν από τα παλιά. Σιγά σιγά η συλλογικότητα αναγνωρίστηκε ως μια πολιτική δύναμη του δήμου.
- “Με κάθε κατάληψη ισχυροποιούσαμε τη θέση μας και μεγαλώναμε τη συλλογικότητα για να κάνουμε την επόμενη κατάληψη ώστε να ασκούμε διαρκή πίεση στον δήμαρχο της Bologna”, εξηγεί ο Rocco.
Όταν το Crash δέχτηκε έφοδο από την αστυνομία κάλεσε να γίνουν διαδηλώσεις σε όλη την Ιταλία και όλα τα κοινωνικά κέντρα έδειξαν τη στήριξή τους. Έτσι τα προβλήματα του δήμου όταν έδιωχνε τους καταληψίες μεγάλωναν. Έπειτα από μια μεγάλη και δυναμική κινητοποίηση με συμμετοχή 6.000 διαδηλωτών το 2008 – ακριβώς μετά από μια έφοδο εναντίον του Crash – ο δήμος τους άφησε ήσυχους στο νέο χώρο που κατέλαβαν. Μάλιστα το μοντέλο στήριξης μεταξύ των κοινωνικών κέντρων στη Ρώμη “τυποποιήθηκε” σε μια συμφωνία αλληλοβοήθειας που συμμετέχουν όλα τα κοινωνικά κέντρα της πόλης. Ανεξαρτήτου των πολιτικών τάσεων που επικρατούν σε κάθε κέντρο, έχουν ανοιχτά δηλώσει στον νεοφασίστα δήμαρχο της πόλης ότι μια επίθεση εναντίον ενός κέντρου ισοδυναμεί με μια επίθεση εναντίον όλων και ότι όλα τα κοινωνικά κέντρα θα βγουν στο δρόμο αν γίνει κάτι τέτοιο.
Αλλά η στήριξη δεν έρχεται μόνο από έξω. Το Crash είναι ενεργό στη γειτονιά, το γυμναστήριο τους και το κέντρο εκμάθησης πολεμικών τεχνών είναι ανοιχτά για όλους. Αυτό ήταν καθοριστικό στην προσπάθειά τους να πάρουν στήριξη από τη γειτονιά και γενικά για να έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν πολιτικά στη συνοικία.
- Τα κοινωνικό κέντρο λειτουργεί ως ένα κόμμα της γειτονιάς, ασκεί την πολιτική τους μέσω της τοπικής στήριξης, λέει ο Rocco.
“Η διαφορά γίνεται ξεκάθαρη όταν κάποιος, για παράδειγμα, ασχολείται με το ζήτημα της επισφάλειας και των ανασφάλιστων εργαζομένων. Τα σωματεία βάσης, όπως το Cobas, το βλέπουν ως ένα ζήτημα εργασιακό, ένα ζήτημα σχετικά με τη μορφή πρόσληψης του εργαζόμενου. Οι οργανωτές των διαδηλώσεων για την εργατική Πρωτομαγιά ως ένα ζήτημα για να ασκήσουν πολιτική πίεση, να αναγκάσουν τα σωματεία και τα κόμματα να δράσουν ώστε να τεθεί το θέμα στην ημερήσια διάταξη. Για μας στο Crash η επισφάλεια δεν είναι απλά ένα εργασιακό θέμα, αλλά κάτι το οποίο επηρεάζει την στέγη, το εισόδημα και τα έξοδα, την ιθαγένεια και εν τέλει την ίδια τη ζωή των ατόμων. Το κοινωνικό κέντρο είναι για αυτά τα άτομα ένα εργαλείο που τους βοηθάει να ασχοληθούν με το ζήτημά τους.”
Στο Crash οργανώνονται εργαστήρια ή ομιλίες, sportello, όπου όλοι οι οποίοι βρίσκονται στην επισφάλεια είναι καλοδεχούμενοι να συμμετέχουν, να πάρουν πληροφορίες και ταυτόχρονα να οργανώσουν συλλογικές δράσεις με στόχο να καλυτερεύσουν την κατάστασή τους. Εκτός των συναντήσεων στα κοινωνικά κέντρα οργανώνονται και καταλήψεις σπιτιών, γίνονται συλλογικές παρεμβάσεις για τη μείωση της τιμής του φαγητού ή των τιμών των εισιτηρίων κινηματογράφου, μπλόκα εναντίον των εργοδοτών, οργανώνονται οι άνθρωποι που δεν έχουν χαρτιά, δημιουργείται πίεση προς το δήμαρχο και οργανώνονται κινήσεις για να απαιτήσουν κοινωνικό επίδομα για όλους. Η έλλειψη της συλλογικότητας για κάποιον που μεταναστεύει συνεχώς, ή για κάποιον που πάει από τη μια δουλειά στην άλλη, μπορεί να καλυφθεί με τις συναντήσεις που γίνονται στο κοινωνικό κέντρο, το οποίο αποτελεί ένα σημείο συνάντησης και ένα κοινωνικό εργαστήρι για τους επισφαλείς εργαζόμενους μέσω του οποίου μπορούν να δράσουν.
Μπορεί να πει κάποιος ότι αποτελεί ειρωνεία της ιστορίας το γεγονός ότι τα τοπικά εργοστάσια γύρω από τα οποία συσπειρώθηκαν οι εργαζόμενοι και αποτέλεσαν την αρχή του αγώνα τους (το κόμμα των εργοστασίων) τώρα ξανά διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην πολιτική ταξική σύνθεση. Σήμερα τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια έχουν μετατραπεί σε κοινωνικά κέντρα (το κόμμα της γειτονιάς) και είναι ένας χώρος στον οποίο οι ανασφάλιστοι και οι μερικής απασχόλησης εργαζόμενοι μπορούν να συναντηθούν και να βρουν το σημείο έναρξης της δικής τους συλλογικής δράσης.
του Mathias Wåg δημοσιευμένο στην εφημερίδα Brand

Μία, εκατό, χιλιάδες καταλήψεις (μέρος 1α – Ιταλία)
Καταλήψεις, στέκια, οργανώσεις και συνελεύσεις γειτονιάς, κοινωνικά δίκτυα πόλης. Υπάρχουν στην Ελλάδα, στην Ιταλία, στην Ισπανία αλλά και στην Αγγλία, στην Σουηδία, στη Δανία, σε όλη την Ευρώπη.
Κέντρα αγώνα, σημεία αναφοράς στην ιστορία των κοινωνικών κινημάτων, χώροι που δημιουργούνται από “τα κάτω” για τους “από κάτω”.
Προσπαθήσαμε να συγκεντρώσουμε κείμενα που αναφέρονται στην ιστορία των ελεύθερων χώρων σε πολλές χώρες της Ευρώπης, με σκοπό να δείξουμε την διαχρονική σημασία τους, να προσπαθήσουμε να αναδείξουμε το ρόλο που παίξαν ιστορικά, αλλά και να τονίσουμε τη σημασία τους για το σήμερα και, κυρίως, για το αύριο.
Το “αφιέρωμά” μας ξεκινάει με ένα κείμενο που αναφέρεται στα κοινωνικά κέντρα της Ιταλίας και τις άσπρες στολές τους. Το κείμενο το “κλέψαμε” από την εφημερίδα Brand που κυκλοφορεί στην Σουηδία και το μεταφράσαμε. Λόγω του μεγέθους του, αποφασίσαμε να το χωρίσουμε σε δύο μέρη.

Το κόμμα της γειτονιάς
Τα κοινωνικά κέντρα προέκυψαν από την εξάπλωση των εργατικών αγώνων από τα εργοστάσια στην κοινωνία. Έχουν επιβιώσει μέσα από πολλές περιόδους, νικώντας τόσο την καθημερινότητα όσο και την καταπίεση. Και κάθε φορά που οι αγώνες έρχονται στο προσκήνιο αποτελούν ένα ξεκάθαρο κέντρο τους. Πώς, όμως, ιστορικά έφτασαν να έχουν πάρει αυτό τον ρόλο;
Το βιντεοκλίπ της Laura παίζει όλη μέρα στο ιταλικό MTV. Η καριέρα της Laura Abeles σημειώνει ανοδική πορεία από τότε που συμμετείχε στο φεστιβάλ “ελαφρού” τραγουδιού (σ.σ. σαν τη Eurovision) στο San Remo. Στο βίντεο του τραγουδιού Basta! φεύγει από το κοινωνικό κέντρο Factory στη Ρώμη. Την ακολουθούν βιαστικά πολλοί φίλοι από το κοινωνικό κέντρο και προσπαθούν να την κρατήσουν ώστε να μη φύγει. Κρεμιούνται πάνω της, την τραβάνε από το παλτό, την παρακαλούν. Αλλά αυτή προχωράει, θέλοντας να συμβολίσει την μετάβαση από την υποκουλτούρα στο mainstream και τη διασημότητα. Τα κοινωνικά κέντρα αποτελούν ένα γενικό σημείο αναφοράς στην Ιταλία και η εικόνα που φαίνεται προς τα έξω είναι τοίχοι γεμάτοι γκραφίτι, ημιπαράνομες συναυλίες σε εγκαταλελειμμένα βιομηχανικά κτήρια. Οι περισσότεροι νέοι έχουν πάει στα κοινωνικά κέντρα για κάποιο θεατρικό έργο, φεστιβάλ τέκνο ή χιπ-χοπ. Τα κοινωνικά κέντρα αποτελούν βασικό κομμάτι της ιταλικής μουσικής σκηνής, είναι το έδαφος στο οποίο “φυτρώνει” η ανεξάρτητη μουσική σκηνή. Στην Ιταλία υπάρχουν περισσότερα από 200 κέντρα σχεδόν σε όλες τις μεγάλες πόλεις.
Υπάρχει όμως και μια άλλη εικόνα, αρκετά διαδεδομένη, για τα κοινωνικά κέντρα: αυτή του πολιτικού υποκειμένου της άκρας αριστεράς. Εκεί που η Laura γύρισε το βιντεοκλίπ της, στέκεται στις 28 Ιανουαρίου ο γενικός γραμματέας του σωματείου μεταλλωρύχων Maurizio Landini στο κοινωνικό κέντρο Rivolta. Εξήγησε τους λόγους για τους οποίους οι εργαζόμενοι της Fiat απειλούνται από τη μεταφορά του τοπικού εργοστασίου κάτι που ενδιέφερε όχι μόνο τους ανασφαλείς εργαζομένους αλλά και φοιτητές και ακτιβιστές από το κέντρο. Ο Maurizio Landini ζήτησε βοήθεια από τους φοιτητές μετά το χειμωνιάτικο κύμα των καταλήψεων που διαμαρτύρονταν για την εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης. Ο Landini περιόδευσε στα κοινωνικά κέντρα με σκοπό να ζητήσει τη στήριξή τους για την επερχόμενη γενική απεργία και για να ενισχύσουν την κοινή προσπάθεια Uniti contra la crisi (Ενωμένοι κόντρα στην κρίση). Και δεν είναι ο μόνος που χτυπάει την πόρτα των κοινωνικών κέντρων. Μέχρι και ο αρχηγός κόμματος Nichi Vendola έχει επισκεφθεί το κέντρο τον τελευταίο χρόνο για να ζητήσει τη στήριξη σχετικά με τη νέα προσπάθεια του κόμματός του για την αναγέννηση της ναυαγισμένης αριστεράς.
Πώς κολλάνε αυτές οι δύο όψεις; Από τη μία μεριά τα κοινωνικά κέντρα ως ελεύθεροι χώροι υποκουλτούρας και από την άλλη ως πολιτικά υποκείμενα; Ο σύνδεσμος βρίσκεται στον αγώνα στη γειτονιά και στην υποστήριξη της τοπικής κοινωνίας.
Leoncavallo
Πετάμε παιχνίδια σε πλαστικές ασπίδες, σπρώχνουμε, χτυπάμε, πειραματιζόμαστε. Οι φίλοι μας έχουν φορέσει τις άσπρες φόρμες τους, παίρνουν τις ασπίδες από αφρολέξ και τα κράνη τους. Θα πετύχει άραγε αυτή η στρατηγική; Είναι άνοιξη του 2001. Είμαστε μια ομάδα Σουηδών ακτιβιστών που βρίσκεται στο Μιλάνο για μια διεθνή συνάντηση στο κοινωνικό κέντρο Leoncavallo. Ο στόχος μας είναι να κινητοποιήσουμε τον κόσμο σχετικά με τη σύνοδο του Γκέτεμποργκ και να πάρουμε ιδέες και έμπνευση. Οι κινητοποιήσεις του κινήματος της αντιπαγκοσμιοποίησης ενάντια στη σύνοδο της Παγκόσμιας τράπεζας στην Πράγα έχει γίνει μόλις δύο μήνες πριν. Εκεί είχαμε τους Γερμανούς αυτόνομους στο μαύρο μπλοκ, το αγγλικό κόκκινο καρναβαλομπλόκ Reclaim the streets και τους Ιταλούς από τα κοινωνικά κέντρα με τις άσπρες στολές γεμάτες βάτα όλοι από αντίθετες κατευθύνσεις μπλοκάραμε αποτελεσματικά τη σύνοδο κορυφής. Μια ποικιλία τακτικών δοκιμάστηκαν “στο δρόμο”. Τώρα ξανασυναντιόμαστε στο Leoncavallo. Το Leoncavallo είναι το πρώτο, το μεγαλύτερο και το πιο γνωστό κοινωνικό κέντρο. Σαν μια μικρή Κριστιανία σε ένα κτήριο. Περίπου εκατό φορές μεγαλύτερο από το kafe 44 (σ.σ. “αναρχική” καφετέρια στη Στοκχόλμη). Στο εστιατόριο κάθονται οι ηλικιωμένοι εργάτες μαζί με παιδιά και τρώνε μακαρόνια. Στη βιβλιοθήκη αναμειγνύονται η βαριά θεωρία με μαλακά ναρκωτικά, φυτά μαριχουάνας συμβιώνουν με τα βιβλία του Νέγκρι. Στο χώρου θεάτρου προβάρεται ένα θεατρικό. Αργότερα το βράδυ θα γίνει ένα rave πάρτι με μερικές χιλιάδες άτομα στον συναυλιακό χώρο. Στον εξωτερικό χώρο της καφετέριας συνεχίζονται οι συζητήσεις και δοκιμάζουμε τις άσπρες στολές που θα φορέσουμε στη διαδήλωση.
Αυτή είναι η πρώτη μου επίσκεψη σε ένα κοινωνικό κέντρο. Αλλά θα ακολουθήσουν πολλές τα επόμενα 10 χρόνια. Τον επόμενο χρόνο ξαναερχόμαστε στην Ιταλία, για το ευρωπαϊκό κοινωνικό φόρουμ. Οι άσπρες στολές βρίσκονται στο ράφι και η εκστρατεία των κοινωνικών κέντρων λέγεται τώρα “Οι Ανυπάκουοι”. Κάθομαι στο πάνελ της ομιλίας, αυτή την φορά για να κινητοποιήσω τον κόσμο για την σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής ένωσης στη Κοπεγχάγη. Αυτή την φορά είναι καλύτερα, το κίνημα των ανυπάκουων αποφάσισε να ταξιδέψει στην σύνοδο κορυφής.
Έχουμε κανονίσει μία συνάντηση στον κλασσικό αυτόνομο ραδιοσταθμό Radio Sherwood στην Padua, με τον Luca Casarini εκπρόσωπο του κινήματος των ανυπάκουων και των κοινωνικών κέντρων της βορειοανατολικής Ιταλίας. Ο Λούκα προσπαθεί να μας “διδάξει” σχετικά με το ποια αιτήματα πρέπει να θέσουμε, πώς πρέπει να οργανώσουμε την διαδήλωση, ποιες τακτικές πρέπει να χρησιμοποιήσουμε. Οι σύντροφοι μου γίνονται έξω φρενών και φεύγουν. Εγώ προσπαθώ προσεκτικά να επισημάνω ότι εδώ και ένα χρόνο δουλεύουμε για αυτή την κινητοποίηση, όλα τα σχέδια μας είναι ήδη έτοιμα και τα δίκτυα οργάνωσης ήδη χτισμένα.
Το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, τα κοινωνικά φόρουμ, οι επιτυχίες των βιβλίων “No logo” και “Imperiet” έχουν ανοίξει ένα νέο πολιτικό χώρο. “Τώρα πρέπει εμείς ως κοινωνικά κέντρα να το γεμίσουμε με τις πράξεις μας. Για μας αυτό αποτελεί μια ευκαιρία να διευρύνουμε τις συγκρούσεις μας”, λέει ο Luca.
Πάνω σε αυτό το σημείο συμφωνώ. Είμαι εντυπωσιασμένος απο το πώς οι Ιταλοί αυτόνομοι επιτυγχάνουν να διαμορφώσουν πολιτικές, ανοιχτές και αισθητές καμπάνιες σε όλη την Ιταλία. Από το ότι καταφέρνουν να γίνουν μία πολιτική δύναμη που παίζει ρόλο στην κεντρική πολιτική σκηνή. Πώς εδώ και πολλά χρόνια χρησιμοποιούν τις άσπρες στολές, ως μια παρέμβαση στο κίνημα εναντίων της παγκοσμιοποίησης; τους ανυπάκουους ως για να διαμαρτυρηθούν μέσω του αντιπολεμικού κινήματος, το senza volto για να δώσουν φωνή στους μετανάστες χωρίς χαρτιά, στους “μαύρους” εργαζόμενους και στους άστεγους στις δημοτικές εκλογές στη Ρώμη. Ή ακόμα το “Ενωμένοι ενάντια στην κρίση” σήμερα, στις διαδηλώσεις ενάντια στην λιτότητα και στη μείωση παροχών.
- “Κάθε πολιτική καμπάνια έχει μια ημερομηνία λήξης. Αποτελεί μία άμεση παρέμβαση σε ένα ευρύτερο κοινωνικό θέμα. Έτσι ένα ζήτημα δεν μπορεί να γίνει αυτοσκοπός παρά μόνο είναι προσωρινό πρότζεκτ”, εξηγεί ο Λούκα στην συνάντηση μας. Έτσι, άφησαν στην άκρη τις άσπρες στολές τους στην Γένοβα.
Αυτές οι παρεμβάσεις συνοψίζονται συχνά σε μια ετήσια εθνική συνάντηση στο κοινωνικό κέντρο Rivolta που βρίσκεται έξω από τη Βενετία. Τους επισκέπτομαι κάθε χρόνο. Σ’ αυτές τις συναντήσεις ο σκεπτικισμός μου αρχίζει να εντείνεται διότι είναι μεγάλες και μοιάζουν συνήθως περισσότερο τελετουργίες παρά εργαστήρια δημιουργίας. Δεκαπέντε άνθρωποι κάθονται στο πάνελ και διαβάζουν κείμενα σχετικά με την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει το κίνημα. Οι ίδιες προτάσεις. Όλα είναι καινούρια, αλλά τίποτα δεν είναι όντως καινούριο – μόνο τα σύμβολα και οι λέξεις αλλάζουν. Οι θεωρίες γίνονται ψυχρή ιδεολογία. Και είναι εκπληκτικό το πόσο λανθασμένη είναι η κατάληξη των πολιτικών αναλύσεων. Όπως, για παράδειγμα, η πίστη σε ένα νέο Ευρωπαϊκό σύνταγμα. Ή οι αποτυχημένες προσπάθειες συνεργασίας με τα κόμματα οι οποίες πάντα έχουν ως αποτέλεσμα την εξαπάτηση από αυτά. Ή τα συνθήματα όπως “ελευθερία” και “αυτοδιάθεση” που έχουν στόχο να “κλέψουν” οπαδούς της Λίγκα του Βορρά.
Παρόλα αυτά, πάντα υπάρχει μια μέση οδός σε κάθε κοινωνικό αγώνα στην κοινωνία. Όταν παραστρατούν πάντα υπάρχει κάποιος που θα τους επαναφέρει στο “σωστό δρόμο”. Αναγκάζοντας το “υπεροικοδόμημα” να σκεφτεί ξανά. Να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα. Σταματώντας τον πομπώδη φιλοσοφικό λόγο και διορθώνοντας τις μεγάλες ιδεολογικές αφηγήσεις. Μου πήρε χρόνο μέχρι να το αντιληφθώ. Και αυτό έγινε όταν άρχισα να ταξιδεύω στα κοινωνικά κέντρα και να παρακολουθώ την καθημερινή τους πρακτική, τη δουλειά τους με τα σωματεία βάσης, τοπικές συνελεύσεις, την οργάνωσή τους στο μεταναστευτικό θέμα. Τότε άρχισα να καταλαβαίνω πως κρατιούνται στον σωστό δρόμο. Υπάρχει η ικανότητα της αυτοκριτικής. Όταν οι θεωρητικοί δείχνουν πως μια κατεύθυνση και οι αγώνες προς μια άλλη – τότε οι θεωρητικοί πρέπει να κάνουν πίσω. Η πράξη πάντα διορθώνει τη θεωρία, οδηγώντας την ξανά στο σωστό δρόμο. Αυτό είναι το φάρμακο για να μη γίνουν οι λάθος θεωρίες ιδεολογία. Έτσι η πολιτική βρίσκει τις ρίζες της, την αρχή της: τα πλοκάμια προς την κοινωνία τα οποία επιτρέπουν στα κοινωνικά κέντρα να λειτουργούν ως το “κόμμα της γειτονιάς”.

Πόσο υλικό χρειάζεται ακόμα για να επέμβει κάποιος?
Από γεγονότα 15/12/2010.
Παλιότερο αλλά χαρακτηριστικό.
Ο ψηλέας με την χακί καμπαρντίνα και τον ασύρματο είναι από τις πιο γνωστές μούρες των χαφιεδότσουρμων και εμφανώς κάνει τα κουμάντα!
Δείτε και το επόμενο που λέει ο ίδιος ότι είναι αξιωματικός στους πολίτες που ρωτούν, διότι χωρίς διακριτικά, χωρίς καμία ένδειξη ότι είναι αστυνομικοί αυτός και τα κουκουλωμένα κωλοπαίδια του “σηκώνουν” κόσμο. Η μαφία δηλαδή σε τί διαφέρει στις μεθόδους της! Έτσι γουστάρουν, ετσι κάνουν!

3 χρόνια πριν
ΑΘΩΟΣ ΜΑΓΚΑΣ ΚΑΙ ΠΙΤΣΙΡΙΚΑΣ
ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ‘ΤΑΝ ΕΝΑΣ ΑΠΟ ΜΑΣ

ΕΝΟΧΟΣ ΕΝΣΤΟΛΟΣ ΚΑΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
ΟΥΤΕ Ο ΠΡΩΤΟΣ ΗΤΑΝ ΟΥΤΕ ΚΑΙ Ο ΜΟΝΟΣ































